Καλώς Ήλθατε!

Το παρόν ιστολόγιο έχει ως σκοπό την προβολή της ποίησης, έχοντας για οδηγό την προσωπική μου αγάπη. Επίσης δημιουργήθηκε με την επιθυμία της ανταλλαγής απόψεων και την επικοινωνία ανθρώπων με κοινά πάθη και ανησυχίες. Η όλη ιδέα της δημιουργίας αυτού είναι να δοθεί βάρος ιδιαίτερα στον ελεύθερο στοχασμό.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2015

Γιώργος Σαραντάρης Ιταλός, Έλληνας ή στρατιώτης, ποιητής;

5
http://www.toperiodiko.gr/γιώργος-σαραντάρης-ιταλός-έλληνας-ή-σ/#.Vjabzvv62-c

Γράφει: Βασίλης Ρούβαλης - ΑΝΘΡΩΠΟΙ, Πορτρέτα - 28/10/2015

Επιλέγουμε να παρουσιάσουμε ένα μικρό πορτρέτο του ποιητή Γιώργου Σαραντάρη, εν είδει αναφοράς στην επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. Ο ποιητής Σαραντάρης, παραμονές του ελληνοϊταλικού πολέμου αρχίζει να μετατρέπεται σε στρατιώτη Σαραντάρη. Και η σύγχυση παραμένει στο μυαλό του μέχρι τις τελευταίες του ώρες. Η οποία βαθαίνει περισσότερο, όταν χρειάζεται να αναλογιστεί την εθνικότητά του: Έλληνας ή Ιταλός; 

Το πρόσωπο και το έργο αντιπροσωπεύουν αυτή τη νέα πνοή που χρειαζόταν ο πνευματικός κόσμος στις αρχές της δεκαετίας του 1930 για να κάνει το ποιοτικό άλμα προς τα εμπρός – είναι ο Γιώργος Σαραντάρης. Στα μάτια των συνδαιτημόνων του υπήρξε ένας «απόκοσμος» εκπρόσωπος της ποίησης και της φιλοσοφίας, ο Ιταλός ελληνόφωνος και ο Έλληνας ιταλόφωνος, που βρέθηκε στην προπολεμική Αθήνα για να συνδέσει τη μοίρα του με μία από τις πιο έντονες σελίδες των νεοελληνικών γραμμάτων, τη λεγόμενη «Γενιά του Τριάντα». Άλλο τόσο συνέδεσε τη βιωμένη αλήθεια του, ως διανοούμενος, με τις κακουχίες του αλβανικού μετώπου: βρέθηκε ως στρατιώτης στην πρώτη γραμμή, σίγουρα ανίκανος να υπερασπιστεί οποιαδήποτε ιδέα ή τον εαυτό του, υπέκυψε τον Φεβρουάριο του 1941, σε ηλικία 33 ετών.
Από τη σκοπιά της φιλολογίας και της κριτικής, ο Σαραντάρης είναι ποιητής και εισηγητής της ανανεωμένης ευρωπαϊκής αντίληψης στη λογοτεχνία και τις ιδέες, σε μια Ελλάδα καταρρακωμένη από τη μικρασιατική καταστροφή, την κοινωνική αναστάτωση και τον οικονομικό στραγγαλισμό από το ΔΝΤ και τους δανειστές… Η παρουσία του στα ελληνικά γράμματα  -είναι πια κοινός τόπος- προσέδωσε μίαν αδιόρατη αλλά ισχυρή ώθηση στη μουδιασμένη και προφανώς αποκομμένη λογοτεχνική κοινότητα από τις διεθνείς εξελίξεις του Μεσοπολέμου.



Ο κόσμος των λέξεων είναι πλασμένος από νοήματα χειμαρρώδη, εικόνες φωτερές και προσδοκίες˙ για εκείνον, το πνεύμα και η αιωνιότητα είναι σύντροφοι στο όραμα του ανθρώπου. Αγαπούσε το ωραίο, ως έννοια πολύσημη, ως αντίληψη επίπλαστη αλλά και γόνιμη, σταθερή. Σε αντίθεση με αυτά, ήταν φανερή η ανικανότητά του να διαχειριστεί τη ρεαλιστική πραγματικότητα… Οι οικείοι, οι φίλοι, οι ομότεχνοι, όλοι όσοι σχετίστηκαν μαζί του στα λίγα χρόνια που έζησε στην Ελλάδα (από το 1931 κι εξής), κάνουν λόγο για μια φιγούρα αλλόκοτη, ιδιόμορφη, ωστόσο ελκυστική: αδιαφορούσε για την εξωτερική εμφάνισή του, παθιαζόταν μιλώντας για τα θέματα που αυτός πίστευε πρωταρχικής σημασίας, διεκδικούσε από τους συνομιλητές του μιαν ανάλογη -με τη δική του σοβαρότητα- εμπεριστατωμένη άποψη. Ήταν επίσης τα ελληνικά του κακοδιατυπωμένα και φτωχά (με έντονη ιταλική προφορά κι ανεπαρκή λεξιλογικό πλούτο) ώστε σε αντιθετικό συνδυασμό με την πλούσια γνωσιακή σκευή του (νέες, αυτούσιες ποιητικές προτάσεις και στοιχεία της σύγχρονης φιλοσοφικής παιδείας) δεν επέτρεπαν στις καλλιτεχνικές παρέες της εποχής να τον πλησιάσουν, να ταυτιστούν με τις εκφραστικές ανησυχίες και προεκτάσεις της σκέψης του. Αυτή η μετέωρη φιγούρα, ως εκ τούτου, ήταν επόμενο είτε να κερδίσει τον θαυμασμό είτε να παρεξηγηθεί και να θεωρηθεί αποδιοπομπαίος. Κι όμως, ήταν ο Σαραντάρης εκείνος ο οποίος ανακάλυψε την ποιητική φλέβα του Οδυσσέα Ελύτη, λ.χ., παροτρύνοντάς τον να δοκιμαστεί στον στίβο της πρώτης δημοσίευσης. Όπως επίσης, ήταν ο νεαρός παθιασμένος ομιλητής στη Φοιτητική Λέσχη ή στο Προαύλιο του Πανεπιστημίου Αθηνών που διατύπωνε τη δική του κοσμοθεωρία αδιαφορώντας για τα ρητορικά κλισέ, τη λογοκρατία των φιλοσόφων και τη σύγχρονη θεωρητική μεθοδολογία, στεκόμενος ανάμεσα σε ακμάζουσες προσωπικότητες όπως ο Κ. Δεσποτόπουλος, ο Κ. Τσάτσος, ο Ι. Συκουτρής.
Η εικόνα του μέσα από τη σύγχρονη προσέγγιση του έργου που κατέλιπε, θα μπορέσει να αποκατασταθεί μόνον διαμέσου της μελέτης του ποιητή και του φιλοσόφου, ως ένα όλον. Ο «ένας εισχωρούσε μέσα στον άλλον», όπως ακριβώς είχε παρατηρήσει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος (γνώριμός του από τα χρόνια της θητείας του ως κοινωνιολόγος στη Φιλοσοφική της Αθήνας). Πάντως, για τον Σαραντάρη έχει κομβική σημασία η αλήθεια, η οποία συνεπάγεται τη συνείδηση. «Γι’ αυτό θέλει την πραγματικότητα-ύπαρξη», έγραφε στο πρώτο του στοχαστικό δοκίμιο (Συμβολή σε μια φιλοσοφία της ύπαρξης, 1937). «Ο άνθρωπος για να ζήσει τη ζωή του λογικά και σύμφωνα με όλες τις δυνατότητες της καθολικής του φύσης πρέπει να είναι βέβαιος για τη δική του πραγματικότητα, πρέπει δηλαδή να μπορέσει, να επιτύχει να θεωρήσει τη δική του πραγματικότητα, πραγματικότητα-ύπαρξη, μόνην πραγματικότητα». Αλλά και στην ποίηση έδινε ανάλογη δυνατότητα προσέγγισης της ανθρώπινης ύπαρξης, στην αυτάρκεια και τη δυνατότητά της να ορίσει την πραγματικότητα. Γράφει χαρακτηριστικά: «…Κάπου ο κίνδυνος είναι μεγάλος/ Όμως αυθόρμητα τραβάμε ίσια/ Προχωρούμε όχι πια μέσα στη μουσική/ Αλλά μέσα στο θάνατο/ Κι ο δρόμος μας δεν έχει τέλος» (στη συλλογή Στους φίλους μιας άλλης χαράς, 1940).

Ο Σαραντάρης γεννήθηκε και ανδρώθηκε σε καλλιεργημένο περιβάλλον: οικογένεια εμπόρων ελληνικής καταγωγής, αστικός ορίζοντας μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Ιταλίας, επαφή με την «καρδιά» της καλλιτεχνικής πραγματικότητας στην Ευρώπη. Το ελληνικό «πέρασμά» του υπήρξε γόνιμο, ευεπίφορο μα συνάμα καταστροφικό για τον ίδιο. Οικοδομώντας τη δική του, την ιδιότυπη ίσως για κάποιους ελληνικότητα στη συνείδησή του, επιδίωξε να δώσει μορφή σ’ έναν κοσμοπολιτισμό και σε μια ρηξικέλευθη διάθεση πρωτοπορίας.
4
3
Ωστόσο, στις παραμονές του ελληνοϊταλικού πολέμου βρέθηκε ενώπιος ενωπίω με τον εαυτό του: τι ακριβώς προασπίζει η θηριωδία ενός πολέμου; Η δύσκολη συνθήκη της μάχης στα ηπειρώτικα βουνά, το αδιέξοδο από την αγωνία της επιβίωσης, η πλήρης υποταγή στην ειμαρμένη της πραγματικότητας, μπορούν να θεωρηθούν δεδομένα για τον Σαραντάρη, που πίστευε ότι τραγική κατάληξη για τον άνθρωπο είναι ο πόλεμος: «Πολιτισμένος είναι μονάχα όποιος πιστεύει στην αιωνιότητα του ανθρώπου», υποστηρίζοντας ότι αυτή η βαρβαρότητα δεν επιτρέπει στην ύπαρξη να υψωθεί στη διάστασή της, να οδηγηθεί «η διάνοια και το αίσθημα κάτω από την πυκνή και λογική της πίστης στον άνθρωπο…».
Το πρόωρο τέλος του είχε προδιαγραφεί. Όπως σημειώνει στα «Ανοιχτά Χαρτιά» ο Οδυσσέας Ελύτης, ήταν η πιο άδικη επιλογή αυτός ο «εύθραυστος διανοούμενος που μόλις στεκότανε στα πόδια του» να σταλεί στο μέτωπο: «Φαίνεται ότι πέρασε φριχτές ώρες. Τα χοντρά μυωπικά του γυαλιά, που χωρίς αυτά δεν μπορούσε να κάνει βήμα, τα ‘χασε μέσα στην παραζάλη. Φώναζε βοήθεια στους άλλους φαντάρους, αυτός ο χριστιανός φώναζεβοήθεια˙ και τ’ αδέρφια τον κοροϊδεύανε, τα πιο αδίσταχτα βαλθήκανε κιόλας να του κλέβουνε κουβέρτες, μάλλινα, οτιδήποτε χρήσιμο μπορούσε ο δόλιος να κουβαλεί. Απόμεινε σαν το κατατρεγμένο πουλί μέσα στην παγωνιά. Χωρίς να βαρυγκομήσει. Χωρίς να ξεστομίσει έναν πικρό λόγο. Περήφανος, μ’ ένα σώμα ελάχιστο και μια μεγάλη ψυχή…».
Σύμφωνα με τη μαρτυρία συμπολεμιστή του, ο Σαραντάρης είχε δημιουργική έμπνευση παρά τις κακουχίες. Κάπου στην περιοχή της Κλεισούρας συναπαντήθηκαν. Εκείνος ήταν εξαντλημένος, πεινασμένος και ωχρός στην όψη. Μέσα από το χιτώνιό του έβγαλε έναν μάτσο χαρτιά – το ένα ήταν ιατρική γνωμάτευση που τον έστελνε στο νοσοκομείο στα Γιάννενα, το άλλο ήταν ένα ποίημα –μάλλον το τελευταίο του– γραμμένο σε αντίσκηνο: «Εγώ που οδοιπόρησα/ Με τους ποιμένες της Πρεμετής/ Είχα τα μάτια μου/ Παντοτεινά στραμμένα/ Στο εωθινό σου πρόσωπο…».
Επιστρέφοντας στην Αθήνα (Φεβρουάριος 1941) βρέθηκε σε ιδιωτική κλινική στην Οδό Τροίας. Υπέφερε από τύφο. Η μαρτυρία της ποιήτριας Μελισσάνθης δίνει την τελευταία εικόνα του: «αποσαρκωμένος σαν βυζαντινός άγιος», «άνθρωπος κάποιου άλλου κόσμου». Ύστερα από μερικές ημέρες υπέκυψε εξαιτίας της έλλειψης αντιβιοτικών.
Μέσα στην αναταραχή του πολέμου, της Κατοχής, του Εμφυλίου, η φιγούρα του έμεινε στο περιθώριο της μνήμης, τόσο από τους φίλους όσο και από τους ομοτέχνους του. Το σύνολο του αρχειακού υλικού που συγκεντρώθηκε αργότερα, δεν έμελλε να λάβει τη δέουσα προσοχή και αξιοποίηση. Πέρασαν αρκετές δεκαετίες ώστε ο Σαραντάρης να βρει τον δρόμο του ανάμεσα στους αναγνώστες και τους νεότερους ποιητές. Οι φιλολογικές μελέτες, οι ανθολογίες, τα κριτικά κείμενα γύρω από το έργο του αυξάνονται γεωμετρικά, παρ’ όλ’ αυτά. Και το πιο σημαντικό σ’ αυτή τη συζήτηση κατατίθεται από τον ίδιο: «Τα κύματα είναι οι ψυχές των ανθρώπων που αληθινά δεν πεθαίνουν, δηλαδή οι ψυχές όλων των ανθρώπων της γης, που πραγματικά τραγουδάν, όταν σωπαίνει ο ήλιος. Δεν πεθαίνουν οι άνθρωποι, δεν πεθαίνουν τα κύματα, όποιους κοιτάζει τα κύματα ξεχνάει και τούτο ακόμα, πως κάποτε φαινομενικά θα πεθάνει».

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

SPOKEN WORD FOR THE WORLD!

SPOKEN WORD FOR THE WORLD

A COMPETITION FOR POETS


Use your art to inspire action on climate change

http://spokenword4theworld.com


Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

18/10/15:

Μου αρέσουν οι γυναίκες που είναι στα μαύρα ντυμένες!
Λευκό δέρμα, μαύρα βαμμένα χείλη και νύχια...
Τα ρούχα τους δεν είναι καθόλου ευδιάθετα
διότι ξέρουν την γνήσια ηδονή της αγάπης!
Τα χαμόγελα τους δεν είναι το αποτέλεσμα
μιας εύθυμης ανοησίας
αλλά επιλεγμένης συνάφειας!
Τα φιλιά τους τα δίνουν απλόχερα
από τα βαμμένα τους μαύρα χείλη
χωρίς να τις ενδιαφέρει αν θα ξεβάψουν
Και ξέρουν να αγκαλιάζουν ερωτικά
με τα λευκά τους χέρια
με εκείνα τα λεπτά δάχτυλα
που δεν είναι ικανά να αφήσουν σημάδια
επάνω στο κορμί σου!
Αν φίλε μου βρεις ποτέ σου
μια τέτοια γυναίκα
να μην την αρνηθείς!
Μην σου δημιουργήσει την εντύπωση
πως δεν αγαπά την ζωή!
Απλώς ξέρει να θλίβεται
για όσα την ασχημαίνουν!
Παραλίγο να γνώριζα μια τέτοια γυναίκα σήμερα!
Αλλά είχε τον σύντροφό της μαζί...
όχι τον δεσμευμένο σκλάβο της!
Αγαπώ σε εκείνες τη θλίψη στα μάτια
που μοιράζεται αμοιβαία
και δεν υποκρίνεται θελκτικά
για να προσελκύσει τους ομοίους της
Αγαπώ επίσης την διαφορετικότητα
των αντιλήψεων τους
που ξέρει πάντα να εκφράζεται
με δημιουργική αμφισημία
Όλη η ύπαρξη τους
είναι ένα ανθρώπινο  Γίν και Γιάνγκ!
Είναι για τους άνδρες
που τους αρέσουν οι προκλήσεις!

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2015

Δ. Ε. Σολδάτος ΖΕΥΓΑΡΙΑ

Μην ζηλεύεις τα ζευγάρια που γεράσανε μαζί
και κρατιούνται σαν βαδίζουν τρυφερά χέρι με χέρι.
Όταν ο έρωτας περάσει και το πάθος πια δεν ζει
μοιάζει απόγευμα η αγάπη, που μετά το μεσημέρι

έχει αρχίσει να ψηλώνει σαν των δέντρων τις σκιές
που στο σούρουπο αναλιώνουν πριν να πέσει το σκοτάδι,
και διαδέχεται η γαλήνη την φουρτούνα στις καρδιές –
η γαλήνη της συνήθειας, που στοργής λέγεται χάδι.

Μην ζηλεύεις τα ζευγάρια που γεράσανε μαζί
από φόβο, από μιζέρια κι από μιαν αδυναμία
να χαθούν μες στα πελάγη του αγνώστου, που επιζεί
το ταξίδι ενός ονείρου που μισεί την νηνεμία.

Μην ζηλεύεις τα ζευγάρια που γεράσανε μαζί
σε ξεδοντιασμένες σχέσεις, σε ρυτιδιασμένες μέρες,
που κατάντησε η ζωή τους κούφια, ανόητη και πεζή,
με όση λάμψη τής προσδίνουν κάτι «σκουριασμένες» βέρες.

Να ζηλεύεις τα ζευγάρια που χωρίσανε νωρίς,
άρρηκτο έχοντας δεσμό τους του ανεκπλήρωτου το νήμα.
Να ζηλεύεις τα ζευγάρια που αυτοκτόνησαν, χωρίς
να χωρίσουν, που δεν κάναν στη ζωή πίσω ένα βήμα –

και φιλιούνται οι σκελετοί τους μέχρι ακόμα και στο μνήμα!

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015

25/9/15

Βάλε τη φριχτή μάσκα που διαπρέπει
βγάλε την καρδιά σου από την τσέπη
Και συνέθλιψε με μίσος γνωστικό
δεν είναι ζωή, το φθηνό πλαστικό

Αυτή μόνο σου ταιριάζει!
Αυτή μόνο δεν σε διχάζει!

Είσαι πλέον ένας παραχαράκτης μόνο
μια προσωπικότητα δεν κάνει φόνο!
Ένας χαρακτήρας απόλυτα καθαρός
ένας ουρανός δίχως Ήλιο νεκρός!

Αρκετά κουράστηκες να παριστάνεις
πως έχεις καρδιά για να ζεστάνεις
Κοίταξε μπροστά σου στον καθρέφτη
δεν φοβάσαι πλέον πια τον θηρευτή

Γίνε ένα με το σώμα σου που φθίνει
μια εικόνα που πιστός θε να τη φτύνει
Βλάσφημος, νεκρός, δουλοπάροικος
μιας χώρας ανύπαρκτης φύλαρχος

Δεν βαρέθηκες ποτέ σου να ζητάς
τα αντικείμενα σύντομα να αποκτάς
Μόδα, τεχνολογία, και όλα τα λοιπά
του καπιταλισμού όλα τα ιδανικά

Σκλάβος είσαι, πάντα θα παραμείνεις
προσκυνητής που ποτέ δεν κρίνεις
Μιας ιδέας νέας, δήθεν ανθρωπιστικής
μια μάσκα είναι δόξας πανηγυρικής

Αυτή μόνο σου ταιριάζει!
Αυτή μόνο δεν σε διχάζει!

Arthur Rimbaud, ''Φθινοπωριασε''

Φθινοπώριασε…
Προς τι όμως ο πόθος για παντοτινό ήλιο;
Εμείς είμαστε στρατευμένοι στην ανακάλυψη του θείου
φωτός…
Μακριά από τους ανθρώπους που φθίνουν με τις εποχές…
Φθινόπωρο…
Η βάρκα μας μετέωρη μες στην ασάλευτη ομίχλη
Επιστρέφει στο λιμάνι της δυστυχίας…
Στην απέραντη πολιτεία με τον ουρανό λεκιασμένο
από φωτιά και λάσπη…
Κουρέλια που σαπίζουν…
Μουσκεμένο στη βροχή ψωμί…
Μέθη… Μέθη… Μέθη…
Και χιλιάδες έρωτες που με σταύρωσαν…
Δε θα σταματήσει πια αυτή η λάμια
να εξουσιάζει εκατομμύρια ψυχές και σώματα νεκρών
που θα αντιμετωπίσουνε τη θεία κρίση…
Ο εαυτός μου…
Κοιτάζω πάλι τον εαυτό μου…
Κοιτάζομαι ξανά…
Το δέρμα μου φαγωμένο από το πύο και την πανούκλα…
Στα μαλλιά μου σκουλήκια
και στην καρδιά μου παντού σκουλήκια …
Ξαπλωμένος ανάμεσα σε άγνωστους χωρίς ηλικία, χωρίς
αισθήματα…
Θα μπορούσα να πεθάνω εδώ…
Τι φριχτή ανάμνηση…
Σιχαίνομαι την κακομοιριά και ο χειμώνας με τις ανέσεις
του με φοβίζει…
Καμιά φορά βλέπω στον ουρανό απέραντες ακτές…
Πλημμυρίζουν από χαρούμενα έθνη ντυμένα στα λευκά…
Από πάνω μου ένα μεγάλο χρυσό καράβι με τις
πολύχρωμες σημαίες του
Να ανεμίζουν στην πρωινή αύρα…
Επινόησα όλες τις γιορτές…
Έζησα όλους τους θριάμβους… Όλα τα δράματα…
Προσπάθησα να δημιουργήσω καινούρια λουλούδια…
Καινούρια άστρα… Καινούρια σώματα… Καινούριες
γλώσσες…
Πίστεψα ότι απέκτησα υπερφυσικές δυνάμεις…
Και λοιπόν;
Πρέπει να θάψω μια για πάντα τη φαντασία μου και τις
αναμνήσεις μου…
Η μεγάλη δόξα του καλλιτέχνη έχει πάει περίπατο…
Θα ζητήσω συγγνώμη που έζησα μες στο ψέμα και φύγαμε…
Ούτε ένα αγαπημένο χέρι…
Ούτε ένα...;
Πουθενά βοήθεια…
Πουθενά...;

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

Κώστας Καρυωτάκης - Επρόδωσαν την αρετή...

Επρόδωσαν την αρετή κι ήρθαν οι έσχατοι πρώτοι.
Με χρήμα παίρνεται η καρδιά κι αποτιμάται ο φίλος.
Αν άλλοτε αντιφέγγιζε στο νου, στα μάτια, σ’ ό,τι,
είναι η ζωή πια σκοτεινή κι ανέφικτη σα θρύλος,
είναι πικρία στο χείλος.

Νύχτα βαθιά. Με πνεύμα οργής έσπρωξα το κρεβάτι.
Άνοιξα τις αραχνιασμένες κάμαρες. Καμία
ελπίς. Απ’ το παράθυρο, του τελευταίου διαβάτη
είδα τη σκιά. Κι εφώναξα στριγκά στην ησυχία:
«Δυστυχία!»

Η φρικτή λέξη με φωτιά στον ουρανόν εγράφη.
Δέντρα τη δαχτυλοδειχτούν, αστέρια την κοιτούνε,
επιγραφή την έχουνε τα σπίτια κι είναι τάφοι,
ακόμη θα την άκουσαν οι σκύλοι κι αλυχτούνε.
Οι άνθρωποι δεν ακούνε;

Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

Κατερίνας Γώγου - 25 Μαΐου

Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα 
και θα βγω στους δρόμους 
όπως και χτες. 
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά 
ένα κομμάτι από τον πατέρα 
κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα 
-αυτά που μ' άφησαν- 
και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν. 
Και τους φίλους μας που χάθηκαν. 
Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα 
ίσια ολόισα στη φωτιά 
και θα βγω όπως και χτες 
φωνάζοντας "φασίστες!!" 
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες 
μ' ένα κόκκινο λάβαρο 
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο. 
Θ' ανοίξω την πόρτα 
και είναι -όχι πως φοβάμαι- 
μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα 
και πως εσύ πρέπει να μάθεις 
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο 
χωρίς όπλα όπως εγώ 
- γιατί εγώ δεν πρόλαβα- 
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ 
"έτσι" "αόριστα" 
σπασμένη σε κομματάκια 
από θάλασσα, χρόνια παιδικά 
και κόκκινα λάβαρα. 
Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα 
και θα χαθώ 
με τ΄όνειρο της επανάστασης 
μες την απέραντη μοναξιά 
των δρόμων που θα καίγονται, 
μες την απέραντη μοναξιά 
των χάρτινων οδοφραγμάτων 
με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις- 
Προβοκάτορας. 

"May 25th"
One morning I'll open the door
and I'll get out into the streets, like I did yesterday.
And I will be thinking of nothing else
but that one piece from the father and the piece from the sea,
those only pieces that they 've left me with.
And the city, the city that they 've left to rot.
And our friends that have been lost.
One morning I'll open the door
straight, dead straight into the fire
and I will get out as yesterday,
shouting at them "fascists",
erecting barricades and throwing rocks,
with a red banner held high, shining in the sun.
I' ll open the door
and it's not that I fear,
but, you see, I wanted to tell you that I didn't make it on time
and that you need to learn
not to be descending to the streets without any weapons as I did,
because I didn't make it on time,
because then you will disappear as I disappeared into vagueness,
broken into little pieces made of sea, childhood years and red banners.
One morning I'll open the door
and I will vanish away with the dream of revolution
within the infinite loneliness of the streets on fire,
within the infinite loneliness of the paper barricades,
bearing by them a label, that you should not believe,
"Provocateur".

Μελοποίηση - Εντροπία

Σάββατο 15 Αυγούστου 2015

Γίαννης Σκαρίμπας - Σπασμένο Καράβι

Σπασμένο καράβι να `μαι πέρα βαθιά
έτσι να `μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά
να κοιμάμαι

Να `ν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω γύρω
με κουφάρι γειρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω

Να `ν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
έτσι να `ναι
και τα βράχια κατάπληκτα και τ’ αστέρια μακριά
να κοιτάνε

Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
το φεγγάρι

Έτσι να `μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό
έτσι να `μαι
σ’ αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό
να κοιμάμαι


Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

Γεώργιος Σουρής - Δυστυχία σου Ελλάς

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
να ‘χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Να ‘χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυο φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.

Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαριέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.

Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Μουσική: Γιάννης Ζουγανέλης
Τραγουδούν: Μ.Πασχαλίδης, Γ.Κούτρας, Γ.Ζουγανέλης, Λ.Μαχαιρίτσας


Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Καρυωτάκης και Λιαντίνης εναντίον Σικελιανού!

Ζητώ συγγνώμη από τους αναγνώστες αυτού του ιστολογίου, για αυτή τη δημοσίευση. Αλλά δεν θα μπορούσα να αφήσω ασχολίαστη, την εκδήλωση μνήμης στο νησί μου, για τον ποιητή(!) Σικελιανό, όπου υπάρχει διατηρημένη η οικεία του στην περιοχή Φανερωμένη. Τη μνήμη αγαπητοί αναγνώστες, πρέπει να την κερδίζουν εκείνοι που την αξίζουν. Δηλαδή οι ειλικρινείς ποιητές, που η ζωή και το έργο τους ήταν ένα και το αυτό! Φυσικά και δεν ψάχνω άγιους, όλοι μας άνθρωποι είμαστε, με τις αρετές και τα ελαττώματα μας, αλλά ορισμένα ελαττώματα είναι τόσο σοβαρά, που δεν αφήνουν περιθώρια για συγχώρεση. Τέτοια είναι και η περίπτωση του Σικελιανού, ενός αναμφίβολα ικανού ποιητή, αλλά δυστυχώς μικρού και ασήμαντου ανθρώπου!

2ος ΛΑΪΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΔΡΟΜΟΥ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ_ΣΑΛΑΜΙΝΑ_1

Ο ίδιος έχω εκφράσει τη δυσαρέσκειά μου για τον Σικελιανό, στο ποίημα που έγραψα για το νησί μου, που υπεραγαπώ:

Ώ Σαλαμίνα!
Νεράιδα της αρχαιότητος
Δοξασμένο το όνομα σου στην Ευρώπη!
Συ που μες τα σπλάχνα σου
αντιθέσεις αρκετές φυλάττεις
Ως όμοια τα λείψανα του Καραϊσκάκη
και του Γκούρα!
Το σπήλαιο του μέγιστου Ευριπίδη
και την οικία ενός μικρού Σικελιανού!

Ένας πραγματικά μεγάλος ποιητής, ο Καρυωτάκης, περιγράφει στο παρακάτω ποίημα του, την αναβίωση των Δελφικών Εορτών, από τον Εγωκεντρικό Σικελιανό, ο οποίος ξόδευε την τεράστια περιουσία της γυναίκας του, για να δείχνει το μεγαλείο του στον κόσμο!!!

ΔΕΛΦΙΚΗ ΕΟΡΤΗ
Στοὺς Δελφοὺς ἐμετρήθηκε τὸ πνεῦμα δυὸ Ἑλλάδων.
Ὁ Αἰσχύλος πάλι ἐξύπνησε τὴν ἠχὼ τῶν Φαιδριάδων.
Lorgnons, Kodak, operateurs, στοῦ Προμηθέα τὸν πόνο
ἔδωσαν ἰδιαίτερο, γραφικότατο τόνο.

Ἕνας λυγμὸς ἐκίνησε τ᾿ ἀπίθανα αὐτὰ πλήθη.
Κι ὅταν, χωρὶς νὰ πέσῃ ἡ αὐλαία, ἡ ὁμήγυρις διελύθη,
τίποτε δὲν ἐτάρασσε τὴν ἱερὴ ἐκεῖ πέρα
σιγή. Κάποιος γυπαετὸς ἔσχισε τὸν αἰθέρα...

Η απόπειρα του Σικελιανού-ΘΕΟΥ να αναστήσει ένα πτώμα!!! Περιγράφεται στο βιβλίο του Καζαντζάκη ''Αναφορά στο Γκρέκο'', στο κεφάλαιο ''Ο φίλος μου ο ποιητής''.
Λιαντίνης - Το πτώμα του Σικελιανού


Ο Άγγελος Σικελιανός, ο Νίκος Καζαντζάκης και ο νεκρός ράφτης
Ο Ν. Καζαντζάκης αριστερά, με τον Άγγελο Σικελιανό
Ο Νίκος Καζαντζάκης μας αφηγείται στην Αναφορά στον Γκρέκο, ένα απίθανο, αλλά αληθινό περιστατικό από την αρχή της γνωριμίας του με τον μεγάλο ποιητή Άγγελο Σικελιανό. Θαυμάζει κανείς πόσο κοντά βρίσκονται το μεγαλείο της ειλικρινούς πίστης με την παραφροσύνη, η παιδιάστικη αφέλεια με την ποιητική και πνευματική ευαισθησία. Εντύπωση όμως προκαλεί και η πίστη της συζύγου του Σικελιανού, στις δυνατότητες του. Έγραψε λοιπόν ο Καζαντζάκης....

--------------------------------------

Αυτός θεατρίνος; Θα’ταν θεατρίνος αν έκανε τον απλό και το μετριόφρονα. Μα ήταν ο πιο ειλικρινής άνθρωπος στον κόσμο· το διαπίστωσα μια μέρα παρακολουθώντας ένα περιστατικό που ξεπερνούσε τα όρια του κωμικού κι έμπαινε στην επικίντυνη πύρινη περιοχή της παραφροσύνης.

Μέναμε οι δυό σ’ ένα εξοχικό σπίτι, μέσα σε πευκώνα, στην άκρα της θάλασσας. Διαβάζαμε Ντάντε και Παλαιά Διαθήκη κι Όμηρο, μου απάγγελνε με τη βροντερή φωνή του στίχους δικούς του, κάναμε μακρινούς περιπάτους· ήταν οι πρώτες μέρες της γνωριμιάς μας, τ΄αρραβωνιάσματα. Χαρά μεγάλη που είχα βρει έναν άνθρωπο να μην μπορεί ν’ αναπνέει παρά στο πιο αψηλό πάτωμα της επιθυμίας. Γκρεμίζαμε και δημιουργούσαμε τον κόσμο, ήμασταν και οι δυό σίγουροι πως η ψυχή είναι παντοδύναμη· μονάχα που αυτός νόμιζε πως η ψυχή η δική του, εγώ πως η ψυχή του ανθρώπου.

Άγγελος Σικελιανός
Ένα δειλινό που ετοιμαζόμασταν για το βραδινό μας περίπατο και στεκόμασταν ακόμα στο κατώφλι και κοιτάζαμε τη θάλασσα, να σου και καταφτάνει τρεχάτος ο ταχυδρόμος του χωριού· έβγαλε από την τσάντα του κι έδωκε ένα γράμμα στο φίλο μου κι ύστερα έσκυψε στο αφτί του, ταραγμένος:

-Έχετε κι ένα μεγάλο δέμα.... είπε με φοβισμένη φωνή.

Ο φίλος μου δεν τον άκουσε· διάβαζε το γράμμα, και το πρόσωπο του είχε γίνει κατακόκκινο. Άπλωσε το χέρι, μου το’ δωκε:

- Διάβασε... μου’ πε.

Πήρα το γράμμα, διάβασα: «Βουδάκι μου, ο καημένος ο γείτονάς μας, ο ράφτης, πέθανε· σου τον στέλνω και σε παρακαλώ να τον αναστήσεις», του’ γραφε η γυναίκα του.
Ο φίλος μου με κοίταξε με αγωνία:

- Νομίζεις, είναι δύσκολο; έκαμε.

Σήκωσα τους ώμους:

-Δεν ξέρω, αποκρίθηκα· πάντως είναι δύσκολο πολύ.

Μα ο ταχυδρόμος βιάζουνταν.

-Τι να το κάμω το δέμα; ρώτησε και σήκωνε το πόδι του να φύγει.
-Φέρ’το! είπε ο φίλος μου απότομα και στράφηκε πάλι και με κοίταξε, λες και περίμενε να του δώσω κουράγιο.

Μα εγώ ένιωθα δυσφορία μεγάλη και σώπαινα.

Σταθήκαμε αμίλητοι και περιμέναμε· ο ήλιος έγερνε να βασιλέψει, η θάλασσα είχε γίνει σκούρα τριανταφυλλιά· ο φίλος μου δάγκανε τα χείλη και περίμενε.
Σε λίγο δυό χωριάτες φάνηκαν και σήκωναν ένα φτωχικό φέρετρο· ήταν μέσα ο ράφτης.

-Ανεβάστε τον απάνω! πρόσταξε ο φίλος μου και το λαμπρό πρόσωπο του είχε σκοτεινιάσει.
Στράφηκε πάλι και με κοίταξε:

-Τι λες; με ρώτησε πάλι και κάρφωσε στα μάτια μου τη ματιά του, ανήσυχη· τι λες, θα μπορέσω;
-Δοκίμασε, αποκρίθηκα· εγώ θα πάω περίπατο.

Ν. Καζαντζάκης
Πήρα γιαλό γιαλό κι ανάσαινα βαθιά τη μυρωδιά του πεύκου και της θάλασσας. «Τώρα θα φανεί, συλλογίζουμουν, αν είναι θεατρίνος ή αν είναι επικίντυνα απότολμη ψυχή, έτοιμη να πεθυμήσει και να επιχειρήσει τα αδύνατα. Θα δοκιμάσει ν’αναστήσει το νεκρό, ή, παμπόνηρος, θα φοβηθεί το γελοίο και θα πάει κρυφά κι ήσυχα να κοιμηθεί στο κρεβάτι του; Απόψε θα φανεί.» Έτρεμα που ζυγιάζουνταν έτσι μπροστά μου η ψυχή του φίλου μου και περπατούσα γρήγορα γρήγορα, αναστατωμένος.

Ο ήλιος είχε πια βουτήξει· το πρώτο σκούξιμο της κουκουβάγιας ακούστηκε μέσα από τα πεύκα, θλιμμένο και τρυφερό· οι μακρινές βουνοκορφές άρχισαν να λιώνουν μέσα στο σούρουπο.
Μάκρινα επίτηδες τον περίπατο μου, γιατί ένιωθα δυσφορία να γυρίσω σπίτι· πρώτα πρώτα μ’ενοχλούσε η παρουσία του νεκρού· ποτέ δεν μπόρεσα ν’αντικρίσω νεκρό χωρίς ν’ανατριχιάσω από αηδία και φόβο· κι ύστερα, γιατί ήθελα ν’αναβάλω όσο μπορώ να δω πως θα φερθεί στην κρίσιμη αυτή στιγμή ο φίλος μου.

Όταν έφτασα στο σπίτι, το δωμάτιο του φίλου μου, από πάνω από το δικό μου, ήταν κατάφωτο. Δεν είχα κέφι να δειπνήσω, έπεσα στο κρεβάτι να κοιμηθώ· μα πού να κλείσω μάτι! Από πάνω μου όλη τη νύχτα άκουγα σιγανά μουγκρητά και το κρεβάτι να τρίζει· κι ευτύς ύστερα βήματα βαριά απάνω κάτω, πολλή ώρα, και πάλι μουγκρητά και το κρεβάτι να τρίζει. Όλη τη νύχτα. Κάποτε άκουσα το φίλο μου ν’ αναστενάζει βαθιά και ν’ ανοίγει το παράθυρο, σαν να πλαντούσε κι ήθελε να πάρει αέρα.

Είχα πια κουραστεί, και τα ξημερώματα με πήρε ο ύπνος· άργησα να ξυπνήσω και να κατέβω κάτω· ο φίλος μου κάθουνταν μπροστά στο τραπέζι, το γάλα μπροστά του έμενε ανέγγιχτο. Τρόμαξα όταν τον είδα· δυό μεγάλοι γαλάζιοι κύκλοι είχαν απλωθεί γύρα από τα μάτια του κι ήταν χλωμός χλωμός και τα χείλια του κάτασπρα. Δεν του μίλησα· κάθισα δίπλα του στενοχωρημένος και περίμενα.

-Έκαμα ό,τι μπορούσα, είπε τέλος, σαν να’θελε να δικαιολογηθεί· θυμάσαι πώς ανάστησε ο προφήτης Ελισσαίος το νεκρό: ξάπλωσε ολοκορμίς απάνω του, κόλλησε το στόμα του στο στόμα του νεκρού και του φυσούσε την πνοή του και μούγκριζε· το ίδιο έκαμα κι εγώ...
Σώπασε, και σε λίγο:

-Όλη νύχτα.... όλη νύχτα.... του κάκου!

το "καταφύγιο" του Σικελιανού στην Φανερωμένη της Σαλαμίνας
Θαμασμός με είχε κυριέψει· κοίταζα το φίλο μου και τον καμάρωνα· είχε μπει στο γελοίο, μα το’χε ξεπεράσει, είχε φτάσει στο τραγικό σύνορο της παραφροσύνης, και τώρα γύριζε και κάθουνταν αντίκρα μου εξαντλημένος.
Σηκώθηκε, πρόβαλε ως το κατώφλι, κοίταξε μπροστά του τη θάλασσα, σφούγγιξε το μέτωπο του που μαργαριτώνουνταν με χοντρές στάλες ιδρώτα.

-Και τώρα; στράφηκε και με ρώτησε· τι να κάμω;
-Φώναξε τον παπά να’ ρθει να τον θάψει, αποκρίθηκα· κι εμείς πάμε να κάμουμε τη βόλτα μας στην άκρα της θάλασσας.

Τον πήρα χεραγκαλιά, το μπράτσο του έτρεμε· βγάλαμε τα παπούτσια μας, ξεκαλτσωθήκαμε, τσαλαβουτούσαμε στο ακρογιάλι και δροσερεύαμε. Δεν μιλούσε, μα ένιωθα πως η δροσιά της θάλασσας και το ήσυχο φουρφούρισμα της τον γαλήνευαν.

-Ντρέπουμαι.... μουρμούρισε τέλος. Η ψυχή λοιπόν δεν είναι παντοδύναμη;
-Δεν είναι ακόμα, αποκρίθηκα· θα γίνει. Παλικαριά μεγάλη να θες να ξεπεράσεις τα σύνορα του ανθρώπου· μα παλικαριά μεγάλη και ν’αναγνωρίζεις χωρίς τρόμο τα σύνορα και να μην απελπίζεσαι. Θα χτυπούμε, θα χτυπούμε τα κεφάλια μας απάνω στα κάγκελα, πολλά κεφάλια θα γίνουν θρύμματα, μα μια μέρα τα κάγκελα θα σπάσουν.....


(Αναφορά στον Γκρέκο-κεφ ΙΘ΄, ο φίλος μου ο ποιητής- Άγιον Όρος)
Πηγή:
http://peritexnisologos.blogspot.gr/2013/05/blog-post_8.html

Κυριακή 19 Ιουλίου 2015

Γιώργος Σαραντάρης «Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει...»

Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε,
σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα,
παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους,
τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου
και στη σκόνη του καιρού.

Σημαίνει πως φοβόμαστε
και η ζωή μάς έγινε ξένη,
ο θάνατος βραχνάς.