Καλώς Ήλθατε!

Το παρόν ιστολόγιο έχει ως σκοπό την προβολή της ποίησης, έχοντας για οδηγό την προσωπική μου αγάπη. Επίσης δημιουργήθηκε με την επιθυμία της ανταλλαγής απόψεων και την επικοινωνία ανθρώπων με κοινά πάθη και ανησυχίες. Η όλη ιδέα της δημιουργίας αυτού είναι να δοθεί βάρος ιδιαίτερα στον ελεύθερο στοχασμό.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημιουργοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημιουργοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Μαΐου 2021

Το αρχαιότερο ποίημα, στο οποίο έχει διασωθεί και η μελωδία! Σείκιλος 2ος αιώνας π.χ.

ΟΣΟΝ ΖΗΣ ΦΑΙΝΟΥ,
ΜΗΔΕΝ ΟΛΩΣ ΣΥ ΛΥΠΟΥ.
ΠΡΟΣ ΟΛΙΓΟΝ ΕΣΤΙ ΤΟ ΖΗΝ,
ΤΟ ΤΕΛΟΣ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΑΠΑΙΤΕΙ.

Όσο ζεις λάμπε,
καθόλου μη λυπάσαι.
Για λίγο διαρκεί η ζωή,
ο χρόνος απαιτεί την πληρωμή του.

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2020

Νίκος Καββαδίας - Αγαπάω

Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε σαν σήμερα το 1910. Το ποίημα ''Αγαπάω'' το έγραψε σε ηλικία μόλις 18 ετών, και δεν έχει δημοσιευτεί στις ποιητικές του συλλογές.

Αγαπάω τ' ότι είναι θλιμμένο στον κόσμο.
Τα θολά τα ματάκια, τους αρρώστους ανθρώπους,
τα ξερά γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,
τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.

Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ' ένα δισάκι
για μια πολιτεία μακρινή ξεκινάνε,
τους τυφλούς μουσικούς των πολύβουων δρόμων,
τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε.

Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν
τον ιππότη που είδαν μια βραδιά στ' όνειρό τους,
να φανεί απ' τα βάθη του απέραντου δρόμου.
Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ' άσπρο φτερό τους.

Τα καράβια που φεύγουν για καινούργια ταξίδια
και δεν ξέρουν καλά - αν ποτέ θα γυρίσουν πίσω
αγαπάω, και θα 'θελα μαζί τους να πάω
κι ούτε πια να γυρίσω.

Αγαπάω τις κλαμμένες ωραίες γυναίκες
που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα,
αγαπάω σε τούτο τον κόσμο - ότι κλαίει
γιατί μοιάζει μ' εμένα.

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2019

Κώστας Ουρανης - Spleen V

Το κενό όλο του απείρου στην ψυχή μου το έχω
κι ούτε εσύ κι ούτε ο πόνος μου δε μπορούν να μου το φράξουν.
Είμαι κάτι σαν κύμα μέσα σ’ απέραντο πέλαγο,
που ποτές δεν του γράφτηκε σ’ ακρογιάλι να φτάσει.

Ποτές σου δε με μέθυσες κερνώντας μου λαγνείες
κι ο πόνος μου δε στάθηκε ποτές ανθρώπου πόνος.
Τον ουρανό εγώ νοσταλγώ, που κάποτε είχα ζήσει,
δίχως χαρές και συφορές κι ανθρώπους, πάντα Μόνος.

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

Γιάννης Σκαρίμπας - Ουλαλούμ

Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θά ‘ρθει απόψε απ’ τα νερά
κι από τα δάσα.

Θά ‘ρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το «μπά»
που μ’ έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και – τάχας – σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .

Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο – ωιμένα –
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ σ’ αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω – στραβός – μεσ’ τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2019

Μαρία Πολυδουρη - Κοντά σου

Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι ανέμοι.
Κοντά σου είναι η γαλήνη και το φως.
Στου νου μας τη χρυσόβεργην ανέμη
ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός.

Κοντά σου η σιγαλιά σα γέλιο μοιάζει
που αντιφεγγίζουν μάτια τρυφερά
κι αν κάποτε μιλάμε, αναφτεριάζει,
πλάι μας κάπου η άνεργη χαρά.

Κοντά σου η θλίψη ανθίζει σα λουλούδι
κι ανύποπτα περνά μες στη ζωή.
Κοντά σου όλα γλυκά κι όλα σα χνούδι,
σα χάδι, σα Δροσούλα, σαν πνοή.

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

Cesare Pavese - Last blues, to be read some day

‘T was only a flirt
you sure did know–
some one was hurt
long time ago.

All is the same
time has gone by–
some day you came
some day you’ll die.

Some one has died
long time ago–
someone who tried
but didn’t know.

Cesare Pavese and Constance Dowling

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018

Κ.Γ.Καρυωτάκης - Δὸν Κιχῶτες

Οἱ Δὸν Κιχῶτες πᾶνε ὀμπρὸς καὶ βλέπουνε ὡς τὴν ἄκρη
 τοῦ κονταριοῦ ποὺ ἐκρέμασαν σημαία τους τὴν Ἰδέα.
Κοντόφθαλμοι ὁραματιστές, ἕνα δὲν ἔχουν δάκρυ
 γιὰ νὰ δεχτοῦν ἀνθρώπινα κάθε βρισιὰ χυδαία.

Σκοντάφτουνε στὴ Λογικὴ καὶ στὰ ραβδιὰ τῶν ἄλλων
 ἀστεῖα δαρμένοι σέρνονται καταμεσὶς τοῦ δρόμου,
ὁ Σάντσος λέει «δὲ σ᾿ τὸ ῾λεγα;» μὰ ἐκεῖνοι τῶν μεγάλων
 σχεδίων, ἀντάξιοι μένουνε καί: «Σάντσο, τ᾿ ἄλογό μου!»

Ἔτσι ἂν τὸ θέλει ὁ Θερβάντες, ἐγὼ τοὺς εἶδα, μέσα
 στὴν μίαν ἀνάλγητη Ζωή, τοῦ Ὀνείρου τοὺς ἱππότες
 ἄναντρα νὰ πεζέψουνε καί, μὲ πικρὴν ἀνέσα,
μὲ μάτια ὀγρά, τὶς χίμαιρες ν᾿ ἀπαρνηθοῦν τὶς πρῶτες.

Τοὺς εἶδα πίσω νά ῾ρθουνε -- παράφρονες, ὡραῖοι
 ρηγάδες ποὺ ἐπολέμησαν γι᾿ ἀνύπαρχτο βασίλειο --
καὶ σὰν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά, πὼς ρέει,
τὴν ἀνοιχτὴ νὰ δείξουνε μάταιη πληγῆ στὸν ἥλιο!

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018

Καρυωτάκης - Αγάπη

Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μια αχτίδα

Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
 κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ' έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
 δεν έιμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ' είχε πέτρα κάνει ο πόνος.

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2018

Νικηφόρος Βρεττάκος - Τα μάτια της Μαργαρίτας

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τα βιβλία που δεν έγραψα.
Θάλασσες. Κόσμους. Πολιτείες. Ορίζοντες. Κανάλια.
Βρήκα τ’ αυτοκρατορικά όρη της γης κι απάνω τους
τις δύσες με τα κόκκινα σύννεφα. Τα μεγάλα
ταξίδια που δεν έκαμα βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τους γελαστούς μου φίλους
που μου τους σκέπασεν η γης, η χλόη, το χιόνι, η νύχτα.
Τα λόγια που θα μου ’λεγαν βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα τους μελαγχολικούς γήλοφους της πατρίδας μας
να στέκονται μες στη σιωπή σα ν’ ακούσανε τη φωνή μου.
Έρχομαι! ως να τους φώναζα, «έρχομαι» να κουνάνε
τις ταπεινές τους κουμαριές, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον πόλεμο τελειωμένο.
Πουλάκια και ήλιος στα κλαδιά! Το παιδικό μου σύμπαν
με τις χρυσές του ζωγραφιές, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Όσους σταυρούς δεν έμπηξαν στη γης μετά τις μάχες,
χιλιάδες, σ’ έναν κόκκινο κάμπο από παπαρούνες,
μακριές σειρές, ανώνυμους σταυρούς, πάνω και κάτω,
τους σταυρούς όλων των εθνών, βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τις νύχτες να κυλάνε
μεγάλους ποταμούς σιωπής, όπως στα έξι μου χρόνια.
Της θλίψης την αστροφεγγιά βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τον κόσμο να με θυμάται
κι όλα όσα αντίκρυσα παιδί να με φωνάζουν με τ’ όνομά μου.
Της δικαιοσύνης η σκηνή∙ την καλοσύνη που έγνεφε
να πλησιάσουν τα βουνά βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Βρήκα την αιωνιότητα του ήλιου ανανεωμένη.
Τη χλόη να φέγγει των αρνιών τα πόδια. Την αυγή
να βάφει το άσπρο τους μαλλί. Στ’ άσπρα σαν την ειρήνη
ντυμένη τη μητέρα μου βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, όπως η «καληνύχτα»
κ’ η «καλημέρα», όπως το φως στα τζάμια την αυγή,
αν ήτανε όλα εδώ πιο απλά, τότε, σ’ αυτόν τον κόσμο,
θε να ’χαμε ένα απέραντο σπίτι. Θε να ’μαστε άγγελοι.
Το αιώνιο μου παράπονο βρήκα μέσα στα μάτια σου.

Αύριο, όταν φύγεις, άνοιξε τα μάτια σου να ιδεί,
να ξέρει ο ήλιος, ο Θεός να ιδεί, όσα με γνώρισαν
όλα να ιδούν στα μάτια σου. Σου αφήνω αυτό που είμαι
να ιδούν ότι έμεινα ο πιστός του ανθρώπου. Την ψυχή μου,
αυτόν τον λαβωμένο Ιησού αφήνω μέσα στα μάτια σου.


Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017

Κ.Γ.Καρυωτάκης - Μόνο

Αχ, όλα έπρεπε να ’ρθουν καθώς ήρθαν!
Οι ελπίδες και τα ρόδα να μαδήσουν.
Βαρκούλες να μου φύγουνε τα χρόνια,
να φύγουνε, να σβήσουν.

Έτσι, όπως εχωρίζαμε τα βράδια,
για πάντα να χαθούνε τόσοι φίλοι.
Τον τόπο που μεγάλωνα παιδάκι
ν’ αφήσω κάποιο δείλι.

Τα ωραία κι απλά κορίτσια—ω αγαπούλες!—
η ζωή να μου τα πάρει, χορού γύρος.
Ακόμη ο πόνος, άλλοτε που ευώδα,
να με βαραίνει στείρος.

Όλα έπρεπε να γίνουν. Μόνο η νύχτα
δεν έπρεπε γλυκιά έτσι τώρα να ’ναι,
να παίζουνε τ’ αστέρια εκεί σαν μάτια
και σαν να μου γελάνε.



Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

Διονύσης Καψάλης - Μέρες αργίας (1995)

I. 
Μέρες αργές, και πιο αργές του Οκτωβρίου 
αυτές οι μέρες που περνούν· επιβιώνω 
μετά τον έρωτα, την ποίηση, τον πόνο, 
με λίγες μόνο αμυχές προτέρου βίου. 

Κυλούν οι ώρες σ' ένα πέλαγος Κυρίου, 
χάρτινοι κόσμοι κυματίζουν, επανδρώνω 
παλιά απόρρητα γραμμένα σ' άλλο χρόνο, 
κάτι κρυφούς εορτασμούς εργαστηρίου, 

κι αύτανδρος μέσα μου βυθίζομαι. Πατέρα 
άλλον δεν είδα να με θέλει πο κοντά του 
απ' τον απρόσιτο προσήγορο αιθέρα· 

κι όλα που κράτησα πατρώα και μητρώα, 
όσα μιλούσαν κι όσα σώπασαν αθρόα, 
καίνε στον ύπνο μια παράσταση θανάτου. 

ΙΙ. 
Τα σεραφείμ, τα χερουβείμ, οι μαύρες σκέψεις, 
μέσα στο λίγο που κοιμάμαι συγυρίζουν· 
βάζουν παράθυρα της νύχτας, ευμενίζουν 
κλεισμένες πόρτες - περιμένουν επισκέψεις. 

Κι ας διαφωνώ με τόση πένθιμη σοφία, 
φιλοτεχνώ πειθήνια σε κάποιο βάζο 
λουλούδια της γεντιανής κι επισκευάζω 
ημερολόγια, αισθήματα, λοφία. 

Λέω, θ' ανοίξει σαν αυλαία τ' όνειρό μου, 
και θα παιχτεί ξανά ο πρώτος εαυτός μου, 
θ' αποδοθεί επακριβώς και θα τελειώσει· 

κι αυτό το άθλιο παράπηγμα του τρόμου, 
αυτό το θέατρο του ειπωμένου κόσμου, 
με μια πνοή βρεγμένου δρόμου θα παλιώσει. 

ΙΙΙ. 
Κάποτε θα 'φτασα ψηλα στην ομορφιά· 
ακόμη βλέπω το κενό να κατεβάζει 
πυρακτωμένο φως, κι ο ύπνος αποστάζει 
πυρήνες κόσμου γαληνεύοντας βαθιά. 

Μα τόσος κόπος, τόσος θάνατος, παρείλκε: 
έτσι κι αλλιώς ο τόπος θα 'πιανε τραγούδι, 
μόλις αμίλητος στα χείλη σαν το χνούδι, 
κι αρκούσε λίγος Σολωμός ή λίγος Ρίλκε. 

Ό,τι ευτύχησα να πάθω περιττεύει, 
ό,τι καρπώθηκα νωρίς με καταργεί· 
ένα απόγευμα ζωής να με μαγεύει, 

μια καλοσύνη της ακάλεστης κι αργή, 
και το τραγούδι ανεπίδοτο θ' ανέβει 
μέσα σε νάρκη φθινοπώρου και σιγή. 

ΙV. 
Ο ουρανός δεν έχει άλλες ιστορίες, 
άλλο σκοτάδι, φως κρυφό που δεν ειπώθη, 
άλλη ψυχή να του χαλάμε για να κλώθει 
πολέμους, έρωτες, λαμπρές εκεχειρίες. 

Όμως απόψε που είχε θέατρο να φύγει, 
πορφύρας άπλωμα για την υπόκλισή του, 
με πυρπολεί το φως με δάφνες του απροσίτου, 
όλα ισχύουν και μια δόξα τα τυλίγει. 

Όλα πυργώνουν, πάλι πέφτουν, και βραδιάζει 
στα χρονικά του έρωτα και του θανάτου, 
σκόνη και σκύβαλα, συντρίμματα και χνώτα· 

ένα μικρό παιδί μες στα σκεπάσματά του 
ανοίγει πάλι λίγο κόσμο και διαβάζει 
πριν κοιμηθεί σ' ένα παράπονο από φώτα. 

V. 
- Αλλοτε θα 'παιρνες αργόπλοα τα χρόνια 
όπως ανέβαιναν του ύπνου το ποτάμι· 
θαμποί παράδεισοι θα 'φεγγαν απ' το τζάμι, 
όχθες με λίκνισμα του θέρους και τριζόνια. 

Τώρα στο βύθισμα του υπνοδότη νόμου 
ακούς τη φρίκη των βωμών, όλους τους κρότους 
του σαρκασμού, και στην αργή καρδιά του σκότους 
μετρά τις μέρες η κραυγή του υλοτόμου. 

- Αλλοτε, τώρα, χρόνια μπρος και χρόνια πίσω, 
ασκώ μια μάταιη χημεία· τις εικόνες 
τις εμφανίζει ο ουρανός - και ποιόν θα πείσω· 

όταν κοιμάμαι κι ονειρεύεσαι αιώνες, 
πρώτο μου πρόσωπο κομμένο στους αγκώνες, 
μαντεύω λίγο ουρανό για ν' αγαπήσω. 

VΙ. 
Φτάνοντας, στάθηκε πριν μπει· από τις γρίλιες 
το ξεχασμένο φως σκορπούσε θαλπωρή 
έξω στο δρόμο που ξημέρωνε· μπορεί 
σαν από πλήκτρα τ' ουρανού ν' άκουσε τρίλιες, 

και σαν το θρόισμα ομήγυρης που χίλιες 
και μία νύχτες γιόρτασε κι αποχωρεί· 
κι ίσως φαντάστηκε να σβήνουν οι χοροί, 
οι τελευταίες - σ' ένα βύθισμα - καντρίλιες. 

Κάποιο σκοτάδι του σπιτιού τους είχε πάρει, 
σε κάποιο γύρισμα καιρού είχαν χαθεί· 
γιατί ανοίγοντας την πόρτα, στο βαθύ 

που πήρε η ημέρα να χαράζει κεχριμπάρι, 
είδε μεμιάς όπως αστράφτει ένα σπαθί 
τη δόξα όλη να 'χει φύγει και τη χάρη. 

VΙΙ. 
Ένα συναίσθημα αργό, καθώς τελειώνει 
κάτι που άρχισε - δεν ξέρω πόσα χρόνια· 
κι είναι νωρίς ακόμη· νύχτες με τριζόνια 
θα 'ρθουν πολλές, και πάντα η μνήμη θ' αλλοιώνει. 

Είναι πολύ νωρίς, κι η μνήμη που αραδιάζει 
θαμπές μορφές απ' το βιβλίο των νεκρών, 
αποτραβιέται, σαν σε γύρισμα νερών, 
μ' ένα συναίσθημα αργό καθώς βραδιάζει. 

Να 'ναι το σχήμα της θλιμμένης εποχής, 
να 'ναι το σπίτι στη βροχή που σαν θαλάμη 
μαζεύει φόβο, κι ο βυθός μιας ενοχής; 

Κλείνω στο χέρι μου μια παιδική παλάμη, 
και απαλά μέσα στον ύπνο της ψυχής 
με νανουρίζει χαμηλόφωνο ποτάμι. 

VΙΙΙ. 
Κάποτε γίνεται ο φόβος του θανάτου 
ύπνος βαθύς και τον σκεπάζει ο Τειρεσίας· 
σαν νυχτοφύλακας σε ώρα υπηρεσίας 
που αποκοιμήθηκε στην άγρυπνη σκιά του. 

Γι' αυτό προσφεύγουμε στη λύπη των ονείρων 
μ' ένα υπόλοιπο ντροπής κι αθανασίας, 
κι ο μελανόπτερος επάνω μας σωσίας 
άλλοτε σκύβει λυρικός κι άλλωτε είρων. 

Κι όταν βραδιάζει σαν αθώωση του ασώτου, 
κι ο ουρανός μετεωρίζεται και παίρνει 
όλο το μέσα της ζωής για να νυχτώσει, 

είναι επόμενο να στρέφουμε με τόση 
πνοή στη μαντική του δύναμη, ωσότου 
ο σπαραγμός του την καινούρια μέρα σπέρνει. 

ΙΧ. 
Ξέρω πως θα 'ρθει και δεν θα' μαι όπως είμαι, 
να τον δεχτώ με το καλύτερο παλτό μου· 
μήτε σκυμμένος στις σελίδες κάποιου τόμου, 
εκεί που υψώνομαι να μάθω ότι κείμαι. 

Δεν θα προσεύχομαι σε σύμπαν που θαμπώνει, 
δεν θα ρωτήσω αναιδώς, που το κεντρί σου; 
γονιός δεν θα 'ναι να μου πει, σήκω και ντύσου 
καιρός να ζήσουμε, παιδί μου, ξημερώνει. 

Θα 'ρθει την ώρα που σπαράσσεται το φως μου, 
κι εκλιπαρώ φανατικά λίγη γαλήνη, 
θα 'ρθει σαν πύρινο παράγγελμα που λύνει 

όρους ζωής και την αδρή χαρά του κόσμου· 
δεν θα μαζεύει ουρανό για να με πλύνει, 
δεν θα κρατά βασιλικό ή φύλλα δυόσμου. 

Χ. 
Πολλά τα θραύσματα κι ανεύρετα· οι πόνοι 
δεν έχουν τίποτε να πουν για την πληγή· 
κάποιο σκοτάδι σου θα είχε διαρραγεί, 
για να θυμάσαι τέτοιο φως να σε σηκώνει. 

Και πριν τα λόγια της αγάπης γίνουν σκόνη, 
πως μεσιτεύουν οι σιωπές κι αυτομολείς 
στον ουρανό, που καθρεφτίζεται πολύς, 
και στον αιθέρα που παρήγορα νυχτώνει. 

Κοιτάς, κι αμίλητος ο έναστρος καθρέφτης, 
πέρα στη νύχτα, τόσο απέραντα παρών, 
σε υποδέχεται βαθαίνοντας, και πέφτεις, 

ο αφανής των κοσμημένων ημερών, 
με τη βαρύτητα της πρώτης απορίας, 
εδώ παράμερος, εκεί ψηλά παριάς. 

ΧΙ. 
Σου γράφω μέσ' από παράθυρα κλειστά, 
εγώ που γιόρτασα πολύ με τους απέξω· 
κι ένα που έστειλες απόψε για να παίξω 
αγάπης φάντασμα, τι κόσμο συνιστά; 

Σου γράφω ξέροντας, τα λόγια λιγοστά, 
κλεισμένα βλέφαρα, σβησμένα μάτια - έξω 
βραδιάζει δίχως αυτουργούς· σε τι να φταίξω, 
ένας σωρός θλιμμένη σάρκα και οστά; 

Μαντεύω πάνω μου το σχήμα τ' ουρανού, 
και στο δωμάτιο πλανάται κάποιος πόνος: 
είναι δικός μου, είναι μήπως αλλουνού; 

Πριν κοιμηθώ σε συλλαβίζω επιμόνως, 
Αγνή, Νάστια, Καρένινα, μαντάμ Αρνού. 
Ποτέ δεν έμαθα να ζω τελείως μόνος. 

ΧΙΙ. 
Επικρατούσε μια θλιμμένη ποικιλία, 
εκεί που έδυε το φως των ουρανών, 
κι όπως στα νύχια σου περνούσες το μανόν, 
ακολουθούσα μια κρυφή συνομιλία. 

Θα μας αρκούσε μια γιορτή στη Σικελία, 
ή μια παρέλαση εφίππων Ουκρανών· 
μ' όλο το άφωνο βάρος των αδρανών 
μελών μας πέφταμε νωρίς στην υπνηλία. 

Αχαρος πίνακας ασήμαντου ζωγράφου· 
να μας τιμούσε ο Μπονάρ ή ο Βερμέρ, 
να μη μας έπνιγε η πρόνοια του τάφου. 

Να 'ταν κι η θάλασσα η πικροκυματούσα, 
να λικνιζόμαστε στους τόνους του La Mer, 
κι από τα νύχια ως την κορφή να σε φιλούσα. 

ΧΙΙΙ. 
Οι αφανείς ημέρες, πρόθυμα ωραίες, 
πόσο πιο δύσκολες στη μνήμη από τις άλλες, 
που τις ακούει το μυαλό να σκάβουν σκάλες, 
κι επαγρυπνούν μέσα στον ύπνο σαν κεραίες. 

Κι όμως αυτές αφήνουν φως, στις πιο ακραίες 
σιωπές του σώματος αργές όπως οι στάλες· 
μέρες που πέρασαν αθόρυβα μεγάλες, 
τόσο κοινές που δεν θα γίνουν αγοραίες. 

Κι όταν ο νους κρυφά τις παίρνει και τις πλάθει, 
όπως την ψίχα με τις άκρες των δαχτύλων, 
σκέφτεται κάποτε πως ίσως με τα πάθη 

που περισσεύουν, όταν θα 'χουν φύγει όλοι, 
πάνω στην τράπεζα των ξένων και των φίλων, 
βρεθούν μιας τέχνης του εφήμερης οι βόλοι. 

ΧΙV. 
Κι ο ουρανός προς τι τον άρρωστο καιρό, 
στην τόση ένδεια του τώρα και του πέραν; 
Πήγαν στον άνεμο προσκυνητές και φέραν 
εικόνες κόσμου, κι ούτε μια σταλιά νερό. 

Κι αυτός ο κόπος της ζωής που καρτερώ, 
κι η τόση πρόγνωση εκείνων που δεν ξέραν; 
Όσα ποιούμε κατ' εικόνα ημετέραν 
και θα μιλούσαν, μια φορά κι έναν καιρό; 

Ο μέγας θόλος ένα βύθισμα θανάτου, 
ήλιοι, πλανήτες, νεφελώματα που σβήσαν, 
και γαλαξίες μακρινοί τα όνειρά του. 

Δεν λέω πέθανε, λέω αποκοιμήθη, 
μέσα στο έναστρο στερνό του παραμύθι, 
κι όλα τα πράγματα θα μείνουν όπως ήσαν. 

ΧV. 
Αυτό το δέντρο κι ο κρυφός κορυδαλλός του 
κάτι πρεσβεύουν, προ καιρού συμφωνημένο· 
μα εδώ που κάθομαι αιώνες, δεν προσμένω 
κανένα μύνημα φυγής ή κάποιου νόστου. 

Ξέρω, δεν είναι λειτουργοί μεγάλου αγνώστου, 
να προφητεύουν το κυρίως δεδομένο· 
θάλλουν ανάμεσα στο ίδιο και στο ξένο, 
εκεί που ο κόσμος επαφίεται στο φως του. 

Μα εδώ στο δέντρο που μου δίνει τη σκιά του, 
ο χρόνος όλος σαν παράδεισος απλώνει, 
σε μια παράξενη αναίρεση θανάτου· 

πέλαγος, ψίθυροι, πλαγιές, αγέρας, κλώνοι, 
επαληθεύουν, κι επιτέλους ανταμώνει 
ο προ αιώνων μελωδός τη δέσποινά του.

Το απόσπασμα ΙΧ. έχει μελοποιηθεί από τα Διάφανα Κρίνα



Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017

Κ.Γ.Καρυωτάκης - Η ψυχή μου

Είσαι, ψυχή μου, η κόρη που τη σβήνει
ολοένα κάποιος έρωτας πικρός,
που λησμονήθηκε κοιτώντας προς
τα περασμένα, κι έτσι θ' απομείνει.

Κατάμονη σε μι' άκρη, όπως εκείνη,
σε παρατούν ο κόσμος, ο καιρός.
Ενας ακόμη θα 'σουνα νεκρός,
αν οι νεκροί δεν είχαν τη γαλήνη.

Σαν αδερφούλα η κόρη αυτή σου μοιάζει
που γέρνει, συλλογίζεται και αργεί
χαμένην ευτυχία να νοσταλγεί.

Δικό σου λέω, ψυχή μου, είναι μαράζι
όσα, το βράδυ, δάκρυα, την αυγή,
στα ρόδα κατεβαίνει και μοιράζει.


Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2017

Cesare Pavese - Ο παράδεισος πάνω στις στέγες

Θα είναι μια ήσυχη μέρα, από κρύο φως
σαν τον ήλιο που γεννιέται ή πεθαίνει, και το τζάμι
θα κλείσει τον βρώμικο αέρα έξω από τον ουρανό.
Ξυπνάει κανείς ένα πρωί, μια για πάντα,
στη θαλπωρή του τελευταίου ύπνου: η σκιά
θα είναι όπως η θαλπωρή. Θα γεμίσει το δωμάτιο
με το μεγάλο παράθυρο, ένας πιο μεγάλος ουρανός.
Από την ψηλή σκάλα, μια μέρα για πάντα
δεν θα 'ρθουν πια φωνές, ούτε πρόσωπα νεκρά.
Δεν θα χρειαστεί ν' αφήσω το κρεβάτι.
Μόνο η αυγή θα μπει στο άδειο δωμάτιο.
Θ' αρκέσει μόνο το παράθυρο για να ντύσει κάθε πράγμα
με μια ήσυχη αναλαμπή, σχεδόν ένα φως.
Θ' αποθέσει μια αδύνατη σκιά πάνω στην ανάσκελα ξαπλωμένη μορφή.
Οι αναμνήσεις θα είναι θρόμβοι σκιάς
κρυμμένες στην παλιά θράκα στο τζάκι.
Η ανάμνηση θα είναι η φλόγα
που χτες ακόμα σιγόκαιγε μέσα στα σβηστά μάτια

Κυριακή 8 Οκτωβρίου 2017

Κώστας Ουράνης - Ἡ ἀγάπη

Ἄ! Τί ὠφελεῖ νὰ καρτερᾷς ὄρθιος στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ
καὶ μὲ τὰ μάτια στοὺς νεκροὺς τοὺς δρόμους στυλωμένα·
ἂν εἶναι νὰ ῾ρθεῖ, θὲ νά᾿ ρθεῖ, δίχως νὰ νιώσεις ἀπὸ ποῦ, 
καὶ πίσω σου πλησιάζοντας μὲ βήματα σβησμένα.

Θὲ νὰ σοῦ κλείσει ἀπαλά, μὲ τ᾿ ἄσπρα χέρια της τὰ δυό, 
τὰ μάτια ποὺ κουράστηκαν στοὺς δρόμους νὰ κοιτᾶνε, 
κι ὅταν γελώντας νὰ τῆς πεῖς θὰ σὲ ρωτήσει: «ποιὰ εἶμ᾿ ἐγώ;»
ἀπ᾿ τῆς καρδιᾶς τὸ σκίρτημα θὰ καταλάβεις ποιά ῾ναι.

Δὲν ὠφελεῖ νὰ καρτερᾷς... Ἂν εἶναι νὰ ῾ρθεῖ, θὲ νά ῾ρθεῖ.
Κλειστὰ ὅλα νά ῾ναι, θὰ τὴ δεῖς ἄξαφνα μπρός σου νὰ βρεθεῖ
κι ἀνοίγοντας τὰ μπράτσα της πρώτη θὰ σ᾿ ἀγκαλιάσει.

Εἰδέ, κι ἂν ἔχεις φωτεινό, τὸ σπίτι γιὰ νὰ τὴ δεχθεῖς, 
καὶ σὰν φανεῖ τρέξεις σ᾿ αὐτήν, κι ἐμπρὸς στὰ πόδια της συρθεῖς, 
ἂν εἶναι νὰ ῾ρθεῖ, θὲ νά ῾ρθεῖ, - ἀλλιῶς θὰ προσπεράσει.

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2016

Γιάννης Σκαρίμπας - Το Μοντέλο (από τή συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ)

Πού τήν είδα; Συλλογίζομαι άν στούς δρόμους
τήν αντίκρυσα ποτές μου ή στ' αστέρια,
τούς χυτούς της φέρνει η ιδέα μου τούς ώμους
δίχως χέρια!

Δίχως χέρια . . . Τό μάτι της γυαλένιο
άς μή μ' έβλεπε – μ' εθώρει κι ήταν τ' όντι
ρόδο ψεύτικο τό γέλιο της – κερένιο –
καί τό δόντι.

Τήν στοχάζομαι. Η φωνή της, λές, μού εμίλει
ριγηλή σάν μέσ' σέ όνειρο – και τ' όμμα
ήταν σφαίρα. Σπασμός τρίγωνος τά χείλη
καί τό στόμα.

Τ' ήταν; πνεύμα; Μήν φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα,
ύποπτεύομαι – καί τρέμω νοερά μου –
απ' τό ίδιο ύλικό πούναι φχιαγμένα 
τά όνειρά μου; . . .

Αχ πώς τρέμω! ο νούς μου πάει σ' ιδέες πλήθος,
σέ μπαμπάκια καί καρτόνια – ο νούς μου βάνει
γεμισμένο της μήν ήτανε τό στήθος 
μέ ροκάνι!
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 
Ώ Κυρά μου – Άγγελε – Σύ – των μειρακίων
πόχεις τό γέλιο, ώ χαύνη κόρη των πνευμάτων,
σέ μια βιτρίνα σ' έχουν στήσει γυναικείων
φορεμάτων. . .