Καλώς Ήλθατε!

Το παρόν ιστολόγιο έχει ως σκοπό την προβολή της ποίησης, έχοντας για οδηγό την προσωπική μου αγάπη. Επίσης δημιουργήθηκε με την επιθυμία της ανταλλαγής απόψεων και την επικοινωνία ανθρώπων με κοινά πάθη και ανησυχίες. Η όλη ιδέα της δημιουργίας αυτού είναι να δοθεί βάρος ιδιαίτερα στον ελεύθερο στοχασμό.

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

27/2/18:

Η ανάμνησή σου
ένα άρωμα κρυμμένο
μές το κλειστό μου συρτάρι

Και η θέλησή σου
ένα στίγμα μολυσμένο
μνήμης μου απομεινάρι

Αναζητώ τις μέρες που ειχα ζωή
Έρμαιο στα πάθη για μια νέα αρχή
Κοιτάζω τα αστέρια και είσαι εκεί
μια παλιά εικόνα που κάνω προσευχή

Το φαιδρό φιλί σου
πικρή γεύση στο στόμα
και μια αξέχαστη πλάνη

Η συνενοχή σου
στη θλίψη μου ξερό χώμα
φυτρώνει μαβί βοτάνι

Αναζητώ τις μέρες που ειχα ζωή
Έρμαιο στα πάθη για μια νέα αρχή
Κοιτάζω τα αστέρια και είσαι εκεί
μια παλιά εικόνα που κάνω προσευχή

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

24/2/18:

Είμαι ένας καινούριος άνθρωπος στη ζωή σου!
Γι' αυτό θα καταβάλλω υπεράνθρωπη προσπάθεια
ώστε να καταφέρω να σε έλξω
με το παλιό, το σίγουρο, και το αληθινό
Θα είμαι για εσένα εκείνος που ήδη γνωρίζεις!
Η πραγματοποίηση της πιο βαθιάς σου επιθυμίας!
Μην πιστεύεις εκείνους που λένε
πως ο έρωτας είναι μια τυχαία παρόρμηση
ή το αποτέλεσμα μιας στερημένης ανάγκης
Μην πιστεύεις εκείνους που λένε
πως ερωτεύονται συχνά
και μάλιστα το διαλαλούν
ώς ένα ακόμη κατόρθωμα τους!
Γνώριζες από πάντα τι είναι ερωτεύσιμο για εσένα!
Ήταν γραμμένο μέσα σου από τότε που γεννήθηκες!
Τα βιώματα σου ήταν απλώς η αφορμή
για να διαπιστώσεις την θέληση
αυτό που οι άνθρωποι
συνηθίζουν να αποκαλούν μοίρα!
Η έλξη είναι η επιβεβαίωση της ύπαρξης σου!
Ένα στίγμα που φέρει στα χείλη σου
τον απερίγραπτο πόνο της μοναξιάς
Ώσπου να ανακαλύψεις κάποτε
το τρεμούλιασμα που σου αξίζει!
Μην απορείς για την σπανιότητα
αυτής της χαράς!
Πόσες φορές θα βρεις σε έναν άλλο
τον εαυτό σου;

Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2018

22/2/18:

Δεν είσαι εσύ που με πληγώνεις!
Είναι η ζωή που φεύγει και χάνεται
στου ορίζοντα το απέραντο τέρμα
Είναι η αναζήτηση της ελπίδας
που χάνει το νόημα του χρόνου
Και η απέραντη σιωπή της θάλασσας
που πια έχει πάψει να μου μιλάει!
Είναι το θρόισμα των φύλλων των δέντρων
που ηχούν σαν μεταλλικά νυστέρια στα αυτιά μου
Και ο γκρίζος ουρανός που με ακολουθεί
σαν ανάμνηση ενός εφιάλτη
Είναι το βουνό που φωνάζει το όνομα μου
και ζητά να το ανέβω για να δω τον κόσμο
διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είναι
Είναι η άμμος της θάλασσας
που μου πληγώνει τα πόδια
σαν κοφτερά θραύσματα γυαλιού
Και τα βράχια που σκαρφαλώνω
για να κοιτάζω το άπειρο στον πυθμένα!
Είναι και εκείνο το βιβλίο που ακόμη δεν τελείωσα
και με κρατάει ακόμα στη ζωή
ο ευγενικός σκοπός του!

Παρασκευή 16 Φεβρουαρίου 2018

16/2/18:

Ο Έρωτας λύπης απόσταγμα
Μονόγραμμα αγαπημένης
πάνω στης χαράς σου το μνήμα
Αγριόχορτα αγκαθωτά
κρυμμένα καλά
ανάμεσα στα ανθισμένα
δίχως άρωμα λουλούδια
Το πένθος ενός ποιητή!
Η στέρηση ενός εραστή!
Τι ειρωνεία!
Κάτω από τον πεντακάθαρο
νυχτερινό ουρανό
ξαπλωμένος πάνω στο δροσερό
υγρασιασμένο χορτάρι
να φαντασιώνεσαι
κρατώντας το δικό σου χέρι
πως κρατάς ένα άλλο!
Πως αγγίζεις ένα γυναικείο κορμί
και πως κοιτάζεις γυρνώντας στο πλάι το κεφάλι
τη λάμψη εκείνων των φλογερών ματιών
που κάποτε φώτιζαν τις σκοτεινές σου νύχτες!
Όλα είναι παροδικά σε αυτή τη Ζωή!
Τίποτε δεν διαρκεί για πάντα!
Ακόμη και η εξιδανίκευση
των επιφανειακά όμορφων συντρόφων!
Είναι μάταιο το να πιστεύεις
πως όλοι οι άνθρωποι αξίζουν την Αγάπη!
Υπάρχουν και εκείνοι
που δεν τους έμαθε κανείς
να αγαπάνε πάνω από όλα τον ίδιο τους τον Εαυτό!
Η νοσταλγία είναι η τιμωρία της μνήμης!
Και η ισόποση λύπη της χαράς
που κάποτε αξιώθηκες να νιώσεις!

Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018

13/2/18:

Δεν θέλω να ταιριάξω με τον κόσμο σας
τον χειμώνα σας
δεν τον θέλω για εποχή
Και είμαι αντίθετος με το δρόμο σας
και τον φόβο σας
που με τις τύψεις κυριαρχεί

Αναγεννήθηκα άπ' το χέρι
που με χαϊδεψε με στοργή
Αχ και να ήμουνα πεφταστέρι
ένα βλέμμα να μου αφοσιωθεί

Δεν θέλω να θυμώσω με τις πράξεις σας
την κατάντια σας
δεν θέλω να τη διορθώσω
Για σας ο Ήλιος είναι ο δυνάστης σας
και ο ουρανός φράχτης σας
είμαι σύννεφο που θέλω να γλιτώσω

Αναγεννήθηκα άπ' το χέρι
που με χαϊδεψε με στοργή
Αχ και να ήμουνα πεφταστέρι
ένα βλέμμα να μου αφοσιωθεί

Δεν θέλω να πετάξω με την πλάνη σας
τη σκυτάλη σας
δεν την παίρνω για να συνεχίσω
Και κάθε σας ιδεα το δρεπάνι σας
το χωράφι σας
δεν θέλω να το θερίσω

Αναγεννήθηκα άπ' το χέρι
που με χαϊδεψε με στοργή
Αχ και να ήμουνα πεφταστέρι
ένα βλέμμα να μου αφοσιωθεί

Αν κάποτε εκείνο το χέρι
κάλυπτε επιδέξια τα μάτια
Το σώμα αυτό δεν υποφέρει
θα ανέβει ξανά σκαλοπάτια

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2018

Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2018

3/2/18:

Στο παρελθόν επιστροφή δεν έχει!
Όση αξία μπορεί να του δώσει ο πλούτος της μνήμης
να παλεύεις για να μην τη χάσεις
με ανόητες προσπάθειες για να τη μειώσεις
εξαιτίας ενός μελλούμενου φόβου!
Ο ίδιος φόβος που δεν ευδοκιμεί
τη δημιουργία του παρελθόντος
και σου αφήνει κενή τη ζωή!
Μην μικραίνεις τις στιγμές σου
για να ελατώσεις τις λύπες σου
επειδή οι χαρές σου τότε νόημα είχαν!
Δεν υπάρχει ματαιότητα όταν αποκτάς γνώση!
Κι αν η ευθυμία μοιάζει με μακρινό άφταστο στόχο
επειδή για χρόνια περπατούσες
στον ανυπόφορο δρόμο της λύπης
εκείνος που η πραγματικότητα σου δημιούργησε
φυτρώνοντας αγκάθινους θάμνους
που σου έγδερναν όλο το σώμα
Τότε να γνωρίζεις πως δεν υπάρχει άλλη επιλογή
από την πραγμάτωση
της πιο μεγάλης σου επιθυμίας!
Άλλωστε το παρελθόν αποτελείται
από συντετριμμένους στόχους
κομμάτια ονείρων
και εσφαλμένες εκτιμήσεις ανθρώπων
Χωρίς το παρελθόν Ζωή δεν υπάρχει!
Υπάρχει βέβαια και ο εύκολος δρόμος της ανυπαρξίας
αλλά αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θρυμματίσου στο μικρότερο ορατό κομμάτι της ύλης
ξανά και ξανά, όπως στη θεωρία της αέναης επιστροφής
ώσπου να γίνεις ξανά ορατός για όλα τα μάτια!
Να ξέρεις πως κάποια θα αντιληφθούν την ολότητα σου
ακόμη και από τα πιο μικρά σου κομμάτια!

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

8/11/2000: Απ' τον ουρανό

Όταν θα ξεκινήσει το ταξίδι της ψυχής μου
και τη ζωή όπως λένε θα τη δω σαν ταινία
Βουβά θα με συνοδέψουν, αρχή της εποχής μου
σαν μια τελευταία, αγνή, και σπάνια κοινωνία

Η σιωπή σημαίνει το τέλος του κόσμου για μένα
και την αρχή ενός ταξιδιού, δίχως καν χάρτη
Όσοι άνθρωποι μου έδωσαν φιλιά προδομένα
δεν θα λυπούνται, δεν ένιωσαν για εμένα κάτι

Ο τελευταίος μου προορισμός ο παράδεισος
έζησα αγαπώντας, χωρίς να αγαπιέμαι
Ίσως είναι προτιμότερη μια κενή άβυσσος
παρά μόνο να αναπνέω για να ξεγελιέμαι

Απ' τον ουρανό θα βλέπω τον κόσμο που ζει το ψέμα
από εκεί ψηλά, τους ανθρώπους μου θα χαιρετώ
Θα με ξεχάσουν, παραδομένοι σε δυνατό ρέμα
για να φύγω ένα όνειρο μου είναι αρκετό

Η ζωή μας είναι ένα σύντομο παραμύθι
ακούς, πιστεύεις λόγια μεγάλα, που σε προσπερνούν
Δυνατή, χαώδης πάντα, η βουή από τα πλήθη
ζώντας χλιαρά, όλοι τον αργό θάνατο, καρτερούν

Το παράπονο μου, πως η κακία των ανθρώπων
δεν πρόκειται για το καλό να πάψει να υπάρχει
Ελπίζω ύστερα από παρέλαση προσκόπων
η αγάπη στις καρδιές πολλών, πρώτη θέση να’ χει

Με ένα τραγούδι οικτρό, θα αποχαιρετήσω
μια άδεια ζωή, που τις αναμνήσεις τις έκαψα
Μήπως ξεχάσω τι με έκανε να αγαπήσω
κάθε πικρή στιγμή που με δάκρυα ποίημα έγραψα

Το ξέρω πώς δεν πρόλαβα να δω θαύματα πολλά
δεν εκμεταλλεύτηκα τη ζωή πού χαρίστηκε
Αυτά τα λάθη ήταν για μένα σημάδια καλά
μα η καρδιά μέσα μου, αρκετά δοκιμάστηκε

Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018

30/1/18:

Μίλησε μου, για μένα χαμογέλασε
όμορφη αγνή μου, νέα προσδοκία
Σταμάτα να δακρύζεις και να λυπάσαι
μην θεωρείς την αγάπη ουτοπία

Εγώ θέλω να ακούσω προσεκτικά
ακόμη και το κρυφό παράπονο σου
Μπορούν και θα γίνουν τα πάντα εφικτά
με οδηγό τον έναστρο ουρανό σου

Μίλησε μου, για σένα και ευτύχισε
μάθε πως σου αξίζει μια άλλη μέρα
Μοιάζεις με το καράβι που ναυάγησε
αμέτρητες φορές πάνω σε ξένη ξέρα

Θα φέρω όλο τον κόσμο ανάποδα
αρκεί να μου κρατήσεις γερά το χέρι
Μου χτύπησε τα συναισθήματα σφοδρά
βόρειος άνεμος, που κρυφά υποφέρει

Δευτέρα 29 Ιανουαρίου 2018

29/1/18:

Είδα τον Ήλιο να λάμπει μέσα απ' τα μαλλιά σου
άστρο πρέπει να σε γέννησε, την ώρα της αυγής
Έδινες χωρίς ενοχές, τα νόστιμα φιλιά σου
αλμυρή η γεύση τους, ένδειξη θαλάσσιας στοργής

Είδα τα μάτια σου, τόσο πολύ συχνά να δακρύζουν
για τον κόσμο που δεν ήθελε, ποτέ να σε πιστέψει
Κάνε φωτιά μου κάρβουνο, τα όσα σου θυμίζουν
την παλιά σου ζωή, η στάχτη της θα σε γιατρέψει

Απρόσμενη ευτυχία μου, λάθος μου μεγάλο
πίστεψα το βλέμμα σου, και τα λαμπερά σου μάτια
Τον εαυτό μου ρίσκαρα ενέχυρο να βάλω
στην αγάπη ο εγωισμός γίνεται κομμάτια

Είδα πως τα πέλματα σου επάνω στην αμμουδιά
ελαφριά σημάδια άφηναν, όπως τα ποθούσα
Αλλά παρασύρθηκα από μια ρηχή ρεματιά
φοβόμουν πάντα το βουνό, στη θάλασσα μιλούσα

Είδα τα σημάδια που άφηνες στους άλλους αχνά
με βία βάθαιναν αργά, επάνω στις πληγές μου
Ονειρευόμουν πως μέσα στα μαλλιά σου τα πυκνά
έπαιζαν ξένα δάχτυλα, μαχαίρι οι έννοιές μου

Απρόσμενη ευτυχία μου, λάθος μου μεγάλο
πίστεψα το βλέμμα σου, και τα λαμπερά σου μάτια
Τον εαυτο μου ρισκαρα ενέχυρο να βάλω
στην αγάπη ο εγωισμός γίνεται κομμάτια

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2018

24/1/18:

Να συνεχίσεις να υπάρχεις φίλε μου
πέρα από τη μοναξιά των άστρων!
Το φως σου να νικάει
τον περιορισμό του χρόνου!
Αν νιώθεις μόνος
φύγε μακριά από τα θολά
φώτα της πόλης
Στάσου στο πιο σκοτεινό
σημείο που θα βρεις
ώστε να θαυμάσεις
την απεραντοσύνη του σύμπαντος
για να νιώσεις μέρος
του θαύματος της Ζωής!
Να υπάρχεις με την παρήγορη γνώση
πως εκείνη που σου λείπει
κάπου θα στέκεται επίσης απομονωμένη
και θα κοιτάζει την ίδια ακριβώς στιγμή με εσένα
με τα γεμάτα θαυμασμό μάτια της
τα ίδια ποθητά αστέρια!
Κι αν τρεμοπαίζουν οι εικόνες
των πιο βαθιών επιθυμιών της
πάνω στις αλμυρές σταγόνες των δακρύων της
να είσαι εσύ εκείνος που κάποτε
με τα τρυφερά αλλα και αποφασιστικά του χέρια
θα σβήσει αυτές τις εικόνες
ώστε να κερδίσεις την αφοσίωση
αλλά και την αγάπη τους!
Από πάντα άλλωστε άξιζες
αυτή τη θλιμμένη χαρά!
Το σύμπαν είναι η Ποίηση της πραγματικότητας!
Μην αισθάνεσαι μικρός και ασήμαντος μπροστά του
εσύ κόκκε σκόνης!

Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2018

19/1/18:

Βοήθησε με φως, γλυκιά μου
νέα υπέροχη ζάλη
Να γίνουν τα συντρίμμια μου
ο εαυτός μου και πάλι

Κράτησε με συ απαλά
μοιάζω απόδημος ξένος
Που γυρνά στους δρόμους δειλά
ζει των ανθρώπων το μένος

Να σε πάρω να φύγουμε
στων ονείρων μας τα μέρη
Βιάσου, δεν θα ρωτήσουμε
το αύριο τι θα μας φέρει

Βοήθησε με, αυταπάτη
να γίνω κι εγώ ζωγραφιά
από χέρια λεπτά στην ακτή
που δεν θα βαστούνε καρφιά

Κράτησε με όταν ο Ήλιος
για εμάς θα ανατέλλει
Είναι ο μόνος μας φίλος
που το καλό μας θα θέλει

Να σε πάρω να φύγουμε
στων ονείρων μας τα μέρη
Βιάσου, δεν θα ρωτήσουμε
το αύριο τι θα μας φέρει

Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2018

15/1/18:

Πες μου μόνο μια αλήθεια
αγάπη μου, να σου αφεθώ
Μου έγινε πια συνήθεια
το ψέμα να ακολουθώ

Πες μου για μένα τι νιώθεις
καθόλου μην με φοβάσαι
Κράτα μου το χέρι να μη χαθείς
στη ζωή το φως μου θα' σαι

Χάρη στον έρωτα, γινόμαστε
αυτό που όλοι μας φοβόμαστε
Ελεύθεροι και ριψοκίνδυνοι
σαν αθώα παιδιά ανεύθυνοι

Δώσε μου μια υπόσχεση
όμορφη μικρή στιγμή μου
Δεν είναι απλή υπόθεση
να γέρνεις πάνω στο κορμί μου

Δώσε μου κάποια ελπίδα
τρυφερά να την κρατήσω
Έψαχνα πάντα πατρίδα
την φύση της να αγαπήσω

Χάρη στον έρωτα γινόμαστε
αυτό που όλοι μας φοβόμαστε
Ελεύθεροι και ριψοκίνδυνοι
σαν αθώα παιδιά ανεύθυνοι

Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2018

11/1/18:

Οι παλιοί μας έρωτες
πικρές, σύντομες σχέσεις
Νύχτες αζημίωτες
στα χείλη υποσχέσεις

Στεγνή λέξη το αντίο
Ξερά χέρια μες το κρύο

Είμαστε πάντα μόνοι
σε όλη μας τη ζωή
Άθλιοι, ανάξιοι γόνοι
μια μίζερη προσευχή

Μοιάζει με στίγμα θανάτου
ο έρωτας στο άγγιγμα του

Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2018

5/1/18:

Αγάπη σημαίνει δεν εγκαταλείπω τον αγώνα
στην πρώτη ουσιαστική δυσκολία!
Δεν ξεστομίζω λόγια σπουδαία με μεγάλη ευκολία!
Δεν κοιτάζω στα μάτια τον άλλο
με αυτό το εκφραστικό βλέμμα
και ύστερα του γυρνάω την πλάτη
σαν να μην υπήρξε ποτέ στη ζωή μου!
Αγάπη δεν σημαίνει να ξεχνάω τις στιγμές
ακόμη και αν με αυτόν τον τρόπο
τον πόνο της απώλειας θέλω να μετριάσω!
Και πως ακόμη και το χρόνο τον λογαριάζω
με τη σημασία της σπατάλης
για εκείνον που μπήκε στη ζωή μου!
Δεν σημαίνει πως έτσι στα ξαφνικά
σταματάω να νοιάζομαι τον άνθρωπο
που κάποτε το κρεβάτι του μοιράστηκε μαζί μου!
Αγάπη δεν είναι η παροδική αίσθηση ευτυχίας
η εκπλήρωση μιας ακόμη ανάγκης
Είναι το να φιλάς τις φωτογραφίες
με τη θρησκευτική ευλάβεια ενός πιστού
που βλέπει στην εικόνα σου
τη μορφή του ιδανικού του!
Αγάπη είναι η αίσθηση της απώλειας
με την έντονη θλίψη ενός θανάτου!
Η παρατεταμένη αίσθηση κενότητας
η ανημποριά που τη ζωή σκοτώνει!
Αγάπη είναι να υιοθετείς τη συμπεριφορά
και τις συνήθειες εκείνου που σου λείπει
για να μην νιώθεις μόνος!
Να παρατηρείς σχολαστικά τα πρόσωπα
που συναντάς τυχαία
στους δρόμους της μεγαλούπολης
Με την ελπίδα μήπως αντικρίσεις
τα μάτια εκείνα που σου λείπουν!
Αγάπη είναι η αίσθηση της απώλειας του Εγώ
χωρίς τη λύπη της εγκατάλειψης του κόσμου!
Είναι η αρχή της άγνωστης χαράς
το σπάραγμα των χειλιών σου
για τον ερχομό ενός άλλου στη ζωή σου!
Αγάπη σημαίνει να γράφεις περισσότερο
όταν το πλήρωμα του χρόνου
το νιώθεις σαν κόψιμο από μαχαίρι
πάνω στο στήθος σου
που στόχευε στο μέρος της καρδιάς!
Παρά όταν θεωρούσες δεδομένη τη στιγμιαία ευτυχία
τόσο σύντομη σαν ένα αστέρι που έλαμψε για λίγο
και κατάφερε όμως τα μάτια σου να κάψει
όταν το κεφάλι σου έστρεψες ψηλά
για να διαπιστώσεις το πόσο σύντομα πέρασε
από τον δικό σου προσωπικό ουρανό
το θαύμα της ζωής!
Εκείνον τον ουρανό που κάποτε
μονάχος σου κοιτούσες!


Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018

1/1/18:

Αχ θάλασσα μου, μια ιστορία θέλω να σου πω
για μια κοπέλα, που έψαχνε μια σταθερή στεριά
Ζητούσε στα πάντα έναν γνώριμο, απλό σκοπό
και ήμουνα σπασμένη βαρκούλα στην ακρογιαλιά

Αχ θάλασσα μου, τις μοναχικές νύχτες σε κοιτώ
βλέπω τα μάτια της, καθρεπτίζονται στα νερά σου
Αλλά με διχάζουν, όταν μου ζητάνε να σχιστώ
Αγάπη, στάζω αίμα, πάνω στα άγρια φτερά σου

Κοιτάζω τον ξάστερο ουρανό για απαντήσεις
ψάχνω τα αστέρια μου, που παρέμεναν θλιμμένα
Σου ζητώ μονάχα, νοσταλγικά να μου φιλήσεις
τα παιδικά μου όνειρα που πέθαναν για σένα

Κοιτάζω μπροστά το μέλλον μου ώστε να διασώσω
την ουσία που δεν βρήκα ποτέ στο άρωμα σου
Για να αφεθώ, να μην διστάσω και να ενδώσω
όπως έκανα σε κάθε εύκολο βούρκωμα σου


Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017

Κ.Γ.Καρυωτάκης - Μόνο

Αχ, όλα έπρεπε να ’ρθουν καθώς ήρθαν!
Οι ελπίδες και τα ρόδα να μαδήσουν.
Βαρκούλες να μου φύγουνε τα χρόνια,
να φύγουνε, να σβήσουν.

Έτσι, όπως εχωρίζαμε τα βράδια,
για πάντα να χαθούνε τόσοι φίλοι.
Τον τόπο που μεγάλωνα παιδάκι
ν’ αφήσω κάποιο δείλι.

Τα ωραία κι απλά κορίτσια—ω αγαπούλες!—
η ζωή να μου τα πάρει, χορού γύρος.
Ακόμη ο πόνος, άλλοτε που ευώδα,
να με βαραίνει στείρος.

Όλα έπρεπε να γίνουν. Μόνο η νύχτα
δεν έπρεπε γλυκιά έτσι τώρα να ’ναι,
να παίζουνε τ’ αστέρια εκεί σαν μάτια
και σαν να μου γελάνε.



Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017

28/12/17:

Μου λέγανε: τι τους θές τους έρωτες;
Κοίταξε εσύ καλά να περνάς
να νιώθεις το γυναικείο κορμί
και τα φιλιά σου να σπαταλάς
για να έχεις μια πραγματικά γεμάτη ζωή!
Αλλά εγώ δεν τους άκουγα!
Μου λέγανε: Αυτό που ζητάς
μπορείς πάντα να το έχεις
Αν διεκδικείς μόνο τότε θα είσαι κερδισμένος
Αλλά εγώ δεν τους άκουγα!
Μου λέγανε: Άφησε τα βιβλία
κοίταξε να παντρευτείς
κέρδισε κι εσύ το δικαίωμα
στην τεμπελιά των συμβιβασμένων
στων δίχως νόημα και ουσία
περιττών ασθενειών του μυαλού
Αλλά εγώ δεν τους άκουγα!
Μου λέγανε: κλείσου στο σπίτι
να έχεις σύζυγο και παιδί
αυτή είναι η μόνη ουσία στη ζωή!
Ήξερα πολύ καλά όμως
πως για όλους αυτούς
ο έρωτας δεν υπήρχε στη ζωή τους
επειδή είχαν χάσει την πίστη τους!
Κι αν όλοι τους έμοιαζαν κοινότοποι
η αλήθεια που δεν παραδέχονται σχεδόν ποτέ
είναι πως ήντουσαν απογοητευμένοι
από τις παλιές τους νεανικές αγάπες!
Κουρασμένοι πια από τη θλίψη του πόνου
ζητούσαν την ασφάλεια και την ηρεμία
που μονάχα ένα ζεστό σπίτι
θα μπορούσε να τους προσφέρει
Ζητούσαν πλέον μονάχα την καθημερινότητα
των υποχρεώσεων για να τους γεμίζει το χρόνο
και την φθηνή ανούσια διασκέδαση
πίσω από μια τηλεόραση ή έναν υπολογιστή
Μου λέγανε να μην κοιτάζω τη θάλασσα τις νύχτες
για να καταφέρνω να πατάω γερά τις ημέρες!
Αλλά εγώ δεν τους άκουγα!
Οι σκέψεις μου ταξίδευαν σαν πλοία
προς τις άγνωστες χώρες των ονείρων μου!
Δεν μου ταιριάζει η σταθερότητα της στεριάς
επειδή η ακινησία σκοτώνει τη Ζωή!


Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

Διονύσης Καψάλης - Μέρες αργίας (1995)

I. 
Μέρες αργές, και πιο αργές του Οκτωβρίου 
αυτές οι μέρες που περνούν· επιβιώνω 
μετά τον έρωτα, την ποίηση, τον πόνο, 
με λίγες μόνο αμυχές προτέρου βίου. 

Κυλούν οι ώρες σ' ένα πέλαγος Κυρίου, 
χάρτινοι κόσμοι κυματίζουν, επανδρώνω 
παλιά απόρρητα γραμμένα σ' άλλο χρόνο, 
κάτι κρυφούς εορτασμούς εργαστηρίου, 

κι αύτανδρος μέσα μου βυθίζομαι. Πατέρα 
άλλον δεν είδα να με θέλει πο κοντά του 
απ' τον απρόσιτο προσήγορο αιθέρα· 

κι όλα που κράτησα πατρώα και μητρώα, 
όσα μιλούσαν κι όσα σώπασαν αθρόα, 
καίνε στον ύπνο μια παράσταση θανάτου. 

ΙΙ. 
Τα σεραφείμ, τα χερουβείμ, οι μαύρες σκέψεις, 
μέσα στο λίγο που κοιμάμαι συγυρίζουν· 
βάζουν παράθυρα της νύχτας, ευμενίζουν 
κλεισμένες πόρτες - περιμένουν επισκέψεις. 

Κι ας διαφωνώ με τόση πένθιμη σοφία, 
φιλοτεχνώ πειθήνια σε κάποιο βάζο 
λουλούδια της γεντιανής κι επισκευάζω 
ημερολόγια, αισθήματα, λοφία. 

Λέω, θ' ανοίξει σαν αυλαία τ' όνειρό μου, 
και θα παιχτεί ξανά ο πρώτος εαυτός μου, 
θ' αποδοθεί επακριβώς και θα τελειώσει· 

κι αυτό το άθλιο παράπηγμα του τρόμου, 
αυτό το θέατρο του ειπωμένου κόσμου, 
με μια πνοή βρεγμένου δρόμου θα παλιώσει. 

ΙΙΙ. 
Κάποτε θα 'φτασα ψηλα στην ομορφιά· 
ακόμη βλέπω το κενό να κατεβάζει 
πυρακτωμένο φως, κι ο ύπνος αποστάζει 
πυρήνες κόσμου γαληνεύοντας βαθιά. 

Μα τόσος κόπος, τόσος θάνατος, παρείλκε: 
έτσι κι αλλιώς ο τόπος θα 'πιανε τραγούδι, 
μόλις αμίλητος στα χείλη σαν το χνούδι, 
κι αρκούσε λίγος Σολωμός ή λίγος Ρίλκε. 

Ό,τι ευτύχησα να πάθω περιττεύει, 
ό,τι καρπώθηκα νωρίς με καταργεί· 
ένα απόγευμα ζωής να με μαγεύει, 

μια καλοσύνη της ακάλεστης κι αργή, 
και το τραγούδι ανεπίδοτο θ' ανέβει 
μέσα σε νάρκη φθινοπώρου και σιγή. 

ΙV. 
Ο ουρανός δεν έχει άλλες ιστορίες, 
άλλο σκοτάδι, φως κρυφό που δεν ειπώθη, 
άλλη ψυχή να του χαλάμε για να κλώθει 
πολέμους, έρωτες, λαμπρές εκεχειρίες. 

Όμως απόψε που είχε θέατρο να φύγει, 
πορφύρας άπλωμα για την υπόκλισή του, 
με πυρπολεί το φως με δάφνες του απροσίτου, 
όλα ισχύουν και μια δόξα τα τυλίγει. 

Όλα πυργώνουν, πάλι πέφτουν, και βραδιάζει 
στα χρονικά του έρωτα και του θανάτου, 
σκόνη και σκύβαλα, συντρίμματα και χνώτα· 

ένα μικρό παιδί μες στα σκεπάσματά του 
ανοίγει πάλι λίγο κόσμο και διαβάζει 
πριν κοιμηθεί σ' ένα παράπονο από φώτα. 

V. 
- Αλλοτε θα 'παιρνες αργόπλοα τα χρόνια 
όπως ανέβαιναν του ύπνου το ποτάμι· 
θαμποί παράδεισοι θα 'φεγγαν απ' το τζάμι, 
όχθες με λίκνισμα του θέρους και τριζόνια. 

Τώρα στο βύθισμα του υπνοδότη νόμου 
ακούς τη φρίκη των βωμών, όλους τους κρότους 
του σαρκασμού, και στην αργή καρδιά του σκότους 
μετρά τις μέρες η κραυγή του υλοτόμου. 

- Αλλοτε, τώρα, χρόνια μπρος και χρόνια πίσω, 
ασκώ μια μάταιη χημεία· τις εικόνες 
τις εμφανίζει ο ουρανός - και ποιόν θα πείσω· 

όταν κοιμάμαι κι ονειρεύεσαι αιώνες, 
πρώτο μου πρόσωπο κομμένο στους αγκώνες, 
μαντεύω λίγο ουρανό για ν' αγαπήσω. 

VΙ. 
Φτάνοντας, στάθηκε πριν μπει· από τις γρίλιες 
το ξεχασμένο φως σκορπούσε θαλπωρή 
έξω στο δρόμο που ξημέρωνε· μπορεί 
σαν από πλήκτρα τ' ουρανού ν' άκουσε τρίλιες, 

και σαν το θρόισμα ομήγυρης που χίλιες 
και μία νύχτες γιόρτασε κι αποχωρεί· 
κι ίσως φαντάστηκε να σβήνουν οι χοροί, 
οι τελευταίες - σ' ένα βύθισμα - καντρίλιες. 

Κάποιο σκοτάδι του σπιτιού τους είχε πάρει, 
σε κάποιο γύρισμα καιρού είχαν χαθεί· 
γιατί ανοίγοντας την πόρτα, στο βαθύ 

που πήρε η ημέρα να χαράζει κεχριμπάρι, 
είδε μεμιάς όπως αστράφτει ένα σπαθί 
τη δόξα όλη να 'χει φύγει και τη χάρη. 

VΙΙ. 
Ένα συναίσθημα αργό, καθώς τελειώνει 
κάτι που άρχισε - δεν ξέρω πόσα χρόνια· 
κι είναι νωρίς ακόμη· νύχτες με τριζόνια 
θα 'ρθουν πολλές, και πάντα η μνήμη θ' αλλοιώνει. 

Είναι πολύ νωρίς, κι η μνήμη που αραδιάζει 
θαμπές μορφές απ' το βιβλίο των νεκρών, 
αποτραβιέται, σαν σε γύρισμα νερών, 
μ' ένα συναίσθημα αργό καθώς βραδιάζει. 

Να 'ναι το σχήμα της θλιμμένης εποχής, 
να 'ναι το σπίτι στη βροχή που σαν θαλάμη 
μαζεύει φόβο, κι ο βυθός μιας ενοχής; 

Κλείνω στο χέρι μου μια παιδική παλάμη, 
και απαλά μέσα στον ύπνο της ψυχής 
με νανουρίζει χαμηλόφωνο ποτάμι. 

VΙΙΙ. 
Κάποτε γίνεται ο φόβος του θανάτου 
ύπνος βαθύς και τον σκεπάζει ο Τειρεσίας· 
σαν νυχτοφύλακας σε ώρα υπηρεσίας 
που αποκοιμήθηκε στην άγρυπνη σκιά του. 

Γι' αυτό προσφεύγουμε στη λύπη των ονείρων 
μ' ένα υπόλοιπο ντροπής κι αθανασίας, 
κι ο μελανόπτερος επάνω μας σωσίας 
άλλοτε σκύβει λυρικός κι άλλωτε είρων. 

Κι όταν βραδιάζει σαν αθώωση του ασώτου, 
κι ο ουρανός μετεωρίζεται και παίρνει 
όλο το μέσα της ζωής για να νυχτώσει, 

είναι επόμενο να στρέφουμε με τόση 
πνοή στη μαντική του δύναμη, ωσότου 
ο σπαραγμός του την καινούρια μέρα σπέρνει. 

ΙΧ. 
Ξέρω πως θα 'ρθει και δεν θα' μαι όπως είμαι, 
να τον δεχτώ με το καλύτερο παλτό μου· 
μήτε σκυμμένος στις σελίδες κάποιου τόμου, 
εκεί που υψώνομαι να μάθω ότι κείμαι. 

Δεν θα προσεύχομαι σε σύμπαν που θαμπώνει, 
δεν θα ρωτήσω αναιδώς, που το κεντρί σου; 
γονιός δεν θα 'ναι να μου πει, σήκω και ντύσου 
καιρός να ζήσουμε, παιδί μου, ξημερώνει. 

Θα 'ρθει την ώρα που σπαράσσεται το φως μου, 
κι εκλιπαρώ φανατικά λίγη γαλήνη, 
θα 'ρθει σαν πύρινο παράγγελμα που λύνει 

όρους ζωής και την αδρή χαρά του κόσμου· 
δεν θα μαζεύει ουρανό για να με πλύνει, 
δεν θα κρατά βασιλικό ή φύλλα δυόσμου. 

Χ. 
Πολλά τα θραύσματα κι ανεύρετα· οι πόνοι 
δεν έχουν τίποτε να πουν για την πληγή· 
κάποιο σκοτάδι σου θα είχε διαρραγεί, 
για να θυμάσαι τέτοιο φως να σε σηκώνει. 

Και πριν τα λόγια της αγάπης γίνουν σκόνη, 
πως μεσιτεύουν οι σιωπές κι αυτομολείς 
στον ουρανό, που καθρεφτίζεται πολύς, 
και στον αιθέρα που παρήγορα νυχτώνει. 

Κοιτάς, κι αμίλητος ο έναστρος καθρέφτης, 
πέρα στη νύχτα, τόσο απέραντα παρών, 
σε υποδέχεται βαθαίνοντας, και πέφτεις, 

ο αφανής των κοσμημένων ημερών, 
με τη βαρύτητα της πρώτης απορίας, 
εδώ παράμερος, εκεί ψηλά παριάς. 

ΧΙ. 
Σου γράφω μέσ' από παράθυρα κλειστά, 
εγώ που γιόρτασα πολύ με τους απέξω· 
κι ένα που έστειλες απόψε για να παίξω 
αγάπης φάντασμα, τι κόσμο συνιστά; 

Σου γράφω ξέροντας, τα λόγια λιγοστά, 
κλεισμένα βλέφαρα, σβησμένα μάτια - έξω 
βραδιάζει δίχως αυτουργούς· σε τι να φταίξω, 
ένας σωρός θλιμμένη σάρκα και οστά; 

Μαντεύω πάνω μου το σχήμα τ' ουρανού, 
και στο δωμάτιο πλανάται κάποιος πόνος: 
είναι δικός μου, είναι μήπως αλλουνού; 

Πριν κοιμηθώ σε συλλαβίζω επιμόνως, 
Αγνή, Νάστια, Καρένινα, μαντάμ Αρνού. 
Ποτέ δεν έμαθα να ζω τελείως μόνος. 

ΧΙΙ. 
Επικρατούσε μια θλιμμένη ποικιλία, 
εκεί που έδυε το φως των ουρανών, 
κι όπως στα νύχια σου περνούσες το μανόν, 
ακολουθούσα μια κρυφή συνομιλία. 

Θα μας αρκούσε μια γιορτή στη Σικελία, 
ή μια παρέλαση εφίππων Ουκρανών· 
μ' όλο το άφωνο βάρος των αδρανών 
μελών μας πέφταμε νωρίς στην υπνηλία. 

Αχαρος πίνακας ασήμαντου ζωγράφου· 
να μας τιμούσε ο Μπονάρ ή ο Βερμέρ, 
να μη μας έπνιγε η πρόνοια του τάφου. 

Να 'ταν κι η θάλασσα η πικροκυματούσα, 
να λικνιζόμαστε στους τόνους του La Mer, 
κι από τα νύχια ως την κορφή να σε φιλούσα. 

ΧΙΙΙ. 
Οι αφανείς ημέρες, πρόθυμα ωραίες, 
πόσο πιο δύσκολες στη μνήμη από τις άλλες, 
που τις ακούει το μυαλό να σκάβουν σκάλες, 
κι επαγρυπνούν μέσα στον ύπνο σαν κεραίες. 

Κι όμως αυτές αφήνουν φως, στις πιο ακραίες 
σιωπές του σώματος αργές όπως οι στάλες· 
μέρες που πέρασαν αθόρυβα μεγάλες, 
τόσο κοινές που δεν θα γίνουν αγοραίες. 

Κι όταν ο νους κρυφά τις παίρνει και τις πλάθει, 
όπως την ψίχα με τις άκρες των δαχτύλων, 
σκέφτεται κάποτε πως ίσως με τα πάθη 

που περισσεύουν, όταν θα 'χουν φύγει όλοι, 
πάνω στην τράπεζα των ξένων και των φίλων, 
βρεθούν μιας τέχνης του εφήμερης οι βόλοι. 

ΧΙV. 
Κι ο ουρανός προς τι τον άρρωστο καιρό, 
στην τόση ένδεια του τώρα και του πέραν; 
Πήγαν στον άνεμο προσκυνητές και φέραν 
εικόνες κόσμου, κι ούτε μια σταλιά νερό. 

Κι αυτός ο κόπος της ζωής που καρτερώ, 
κι η τόση πρόγνωση εκείνων που δεν ξέραν; 
Όσα ποιούμε κατ' εικόνα ημετέραν 
και θα μιλούσαν, μια φορά κι έναν καιρό; 

Ο μέγας θόλος ένα βύθισμα θανάτου, 
ήλιοι, πλανήτες, νεφελώματα που σβήσαν, 
και γαλαξίες μακρινοί τα όνειρά του. 

Δεν λέω πέθανε, λέω αποκοιμήθη, 
μέσα στο έναστρο στερνό του παραμύθι, 
κι όλα τα πράγματα θα μείνουν όπως ήσαν. 

ΧV. 
Αυτό το δέντρο κι ο κρυφός κορυδαλλός του 
κάτι πρεσβεύουν, προ καιρού συμφωνημένο· 
μα εδώ που κάθομαι αιώνες, δεν προσμένω 
κανένα μύνημα φυγής ή κάποιου νόστου. 

Ξέρω, δεν είναι λειτουργοί μεγάλου αγνώστου, 
να προφητεύουν το κυρίως δεδομένο· 
θάλλουν ανάμεσα στο ίδιο και στο ξένο, 
εκεί που ο κόσμος επαφίεται στο φως του. 

Μα εδώ στο δέντρο που μου δίνει τη σκιά του, 
ο χρόνος όλος σαν παράδεισος απλώνει, 
σε μια παράξενη αναίρεση θανάτου· 

πέλαγος, ψίθυροι, πλαγιές, αγέρας, κλώνοι, 
επαληθεύουν, κι επιτέλους ανταμώνει 
ο προ αιώνων μελωδός τη δέσποινά του.

Το απόσπασμα ΙΧ. έχει μελοποιηθεί από τα Διάφανα Κρίνα