Καλώς Ήλθατε!

Το παρόν ιστολόγιο έχει ως σκοπό την προβολή της ποίησης, έχοντας για οδηγό την προσωπική μου αγάπη. Επίσης δημιουργήθηκε με την επιθυμία της ανταλλαγής απόψεων και την επικοινωνία ανθρώπων με κοινά πάθη και ανησυχίες. Η όλη ιδέα της δημιουργίας αυτού είναι να δοθεί βάρος ιδιαίτερα στον ελεύθερο στοχασμό.

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

12/7/14: Ο καλός οικογενειάρχης

Είναι ωραίο να είσαι οι άλλοι!

Κάποτε θα έρθει ο πιο κατάλληλος καιρός
Που θα πρέπει κάτι να κάνω στη ζωή μου
Είμαι τόσο πολύ μικρός, σχεδόν μηδαμινός
Και νοιώθω ανασφάλεια για τη λογική μου

Δεν νοιώθω πως είμαι ικανός για δημιουργία
Τρομάζω πάντα όταν βλέπω ασθενοφόρα
Στο μόνο που ήλπιζα ήταν σε μια αυτοκτονία
Έχω πλέον μια ιδέα ασφαλώς ελπιδοφόρα

Θα γνωρίσω μια γυναίκα, εντελώς κοινότυπη
Να επιθυμεί μια οικογένεια χωρίς ουσία
Θα υποσχεθούμε μεταξύ μας αιώνια υποταγή
Για να μας κάνει όπως θέλει η κάθε εξουσία

Θα συμβιβαστούμε απόλυτα με τη μιζέρια μας
Και θα ξεχνιόμαστε μονάχα στα σπάνια ταξίδια
Στην άκρη θα βάλουμε τα νεανικά όνειρα μας
Προτεραιότητα μόνο θα’ χει η κοινή μας πυξίδα

Θα μεγαλώσουμε τα παιδιά για να τα διδάξουμε
Να αγωνίζονται μόνο για μια ασφαλή επιβίωση
Επί σειρά ετών μέσα τους θα αναπτύξουμε
Για τους ανεπιθύμητους μια ισχυρή αντιβίωση

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

T.S.Eliot - Οι κούφιοι άνθρωποι

Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι,
οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
σκύβοντας μαζί
κεφαλοκαύκι γεμισμένο άχυρο. Aλίμονο!
οι στεγνές φωνές μας όταν
ψιθυρίζουμε μαζί
είναι ήσυχες κι ανόητες
σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι
ή πόδια ποντικών σε σπασμένο γυαλί
στο ξερό μας κελάρι

σχήμα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα,
παραλυμένη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση

αυτοί που πέρασαν
με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο βασίλειο
μας θυμούνται αν καθόλου μας θυμούνται
σαν κούφιους ανθρώπους
σα βαλσαμωμένους

μάτια δεν τολμώ να δω στα όνειρα
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
αυτά δεν εμφανίζονται εκεί:
τα μάτια είναι
ηλιόφως σε μια σπασμένη κολώνα
εκεί, είναι ένα δέντρο χορεύοντας
και φωνές
στου ανέμου το τραγούδισμα
πιο μακρινές και πιο τελεστικές
από ένα μαραμένο αστέρι

ας είμαι όχι πιο κοντά
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
ας φορέσω επίσης
τις μεταμφιέσεις
αρουραίου τρίχωμα, κοράκου δέρμα, κουρελούδες
σ’ έναν αγρό
φερόμενος όπως φέρεται ο άνεμος
όχι πιο κοντά

όχι αυτή την τελική συνάντηση
στου λυκόφωτος το βασίλειο

αυτή είναι η νεκρή χώρα
αυτή είναι του κάκτου η χώρα
εδώ τα πέτρινα είδωλα
σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν
την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου
κάτω απ’ το σπίθισμα σβησμένου άστρου

αυτό είναι σαν αυτό
στου θανάτου το άλλο βασίλειο
ξυπνώντας μόνοι
την ώρα που είμαστε
τρέμοντας με τρυφερότητα
χείλη που θα φιλούσαν
κάνουν προσευχές σε τσακισμένες πέτρες

αόμματοι
αν δεν τα μάτια μας ξαναφανούν
όπως το αέναο άστρο
του πολύφυλλου ρόδου
στου θανάτου το λυκοφωτικό βασίλειο
η ελπίδα μόνο
των κενών ανθρώπων
των άδειων ανθρώπων

μεταξύ ιδέας
και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης
και δράσης
πέφτει η σκιά

μεταξύ αντίληψης
και δημιουργίας
πέφτει η σκιά

η ζωή είναι πολύ μακριά

μεταξύ πόθου
και σπασμού
μεταξύ δύναμης
και ύπαρξης
μεταξύ ουσίας
και πτώσης
πέφτει η σκιά
γιατί δικό σου είναι το βασίλειο

γιατί δική σου είναι η ζωή
γιατί η ζωή σου είναι δική σου
δική σου

αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος
όχι μ’ ένα πάταγο αλλά μ’ ένα λυγμό

Μελοποίηση Ωχρά Σπειροχαίτη

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης - Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου
Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
Ειρήνη
σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.


Απαγγέλει ο Κώστας Καζάκος


Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

27/12/14:

Χρειάζεται τέχνη η μοναξιά
ποτέ όμως ως συμπλήρωμα
Μονάχα σαν σημασία
να μπαίνει στη ζωή σου
και να φεύγει όποτε νιώθεις γεμάτος
Ώριμος να πέσεις κάτω
σαν καρπός που είναι έτοιμος
να απολαύσουν τα γυναικεία χείλη
Ναι! Χρειάζεται τέχνη η μοναξιά
Μόνος να παλεύεις
Να ξέρεις τι θέλεις και γιατί
Να μην αφήνεις τίποτα στην τύχη του
Να γνωρίζεις τους ανθρώπους
τόσο, ώστε να κατανοήσεις
πως πάντα θα είσαι μόνος
Όπως συμβαίνει πάντα στο θάνατο!
Η μοναξιά δεν είναι η συνήθεια των ανίκανων
μήτε η αρετή των νικημένων
Είναι η ορθή απόφαση του αμόλυντου
από τις πράξεις των ανθρώπων!

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

Μιχάλης Κατσαρός - ΟΡΟΠΕΔΙΟ

ΟΡΟΠΕΔΙΟ

Ι
Να μην ακούγεται ήχος.
Είμαι εδώ στην κορφή. Η πορεία ανέβηκε.
Μόνος. Κάτω από τα πόδια μου σιδερένιες
   βέργες ελάσματα βράχοι
εδώ μόνος σ’ αυτό τον περιορισμένο χώρο στον
   απέραντο
χωρίς τείχη.

Άβυσσος παρελθόν ζώνες με επίπεδα εποχές
και μετά σκελετοί στην οικοδομή.
Σημαίες ζωή. Θάνατοι δεν υπάρχουν.
Στο επίπεδο όρος ορθός φτιάχνω τον κόσμο.

Μαζί μου όλοι υπηρετούν το σκοπό και κανέναν.
Τα κρίνα των αγρών –οι αμνοί– κανέναν.
Ο ήλιος δεκτός.
Φράσεις ναοί μεταβάλλονται κινούνται
τα επίπεδα πληθαίνουν κροτούν ανεβαίνουν
με μουσική
με άνεμο ανεβαίνουν.

Οι πόλεις χτίζονται – οι πόλεις πεθαίνουν.
Άνεμος υψώνει τα δένδρα – άνεμος γκρεμίζει το
   σκότος
άνεμος λαών ανθρώπων νέων διακλαδώσεων
κ’ εγώ πάντα στο οροπέδιο των πολιτισμών – των
   συντριμμάτων
κοιτάζω τη χλόη τα δένδρα τον ήλιο
κοιτάζω τις ηλεκτρικές συσκευές – τα κυκλάμινα
κοιτάζω κοιτάζω
πάντα και πάντα.

ΙI
Τώρα μπορώ πια να μπω.
Η πόρτα έχει ανοίξει.
Μέσα στο δέντρο υπάρχω και ζω –
τρέμουν τα φύλλα –τα άνθη τρέμουν–
έγινε πια ο καρπός.

Ελάτε κοντά μου – έχει γαλήνη.
Ελάτε ελάτε. Ιδού το σώμα μου
σας το προσφέρω –έχει γαλήνη–
έγινα πια ο καρπός.

Δεχτείτε με πάλι. Είμαι ο άνεμος η οργή –
είμαι το τελευταίο σκαλί σας
εσείς πάλι το πρώτο – προχωρείτε.

Οι σημαίες αλλάζουν – αλλάζουν τα χέρια αλλάζουν
κατεβαίνουν τα πλήθη ασύνταχτα
   – πάλι σε φάλαγγες
κατεβαίνουν.

Χωρίζει ο άνεμος τα στάχυα – τους λαούς
διαλύονται οι ομάδες –πληθαίνουν τα μέρη–
η σύγκρουση γίνεται.

Κανείς. Πάλι πάνω στο οροπέδιο μόνος
στους νέους τους βράχους – στα επίπεδα μόνος
μαζί με τον νέο τον άνεμο ένα και μόνος
κοιτάζω τη χλόη – τα δέντρα τον ήλιο
κοιτάζω κοιτάζω.

ΙΙΙ
Θα κτίσω τη νέα σας πόλη.
Μην αφίσετε την ελπίδα – κάθε λεπτό μια σημαία.
Μην αφίσετε το νερό τον άνεμο και τη γη –
κάθε λεπτό και μαζί σας.

Σας βλέπω –καμιά μάταιη προσπάθεια– τίποτα
όλα –εσείς– διαπερνάτε τα τείχη σας τους καπνούς
διαπερνάτε το χρόνο – παίζετε ζάρια όπλα χαρτιά
σας αγαπώ – μόνος μαζί σας.

Η πόλη σας είναι πια έτοιμη.
Κινείται. Αλλάζει ρυθμό – τα τύμπανα παίζουν
μπορεί να δεχθεί τη σφαγή
να δεχθεί τη γαλήνη
το φως να δεχθεί –
μπορεί ν’ ανέβει τούτη την άλλη την ώρα.

Ποιος μίλησε;
Στη φωτιά – στη φωτιά να ριχτεί
αυτός που παγωμένος σταθερός μπήκε στην πύλη
στη φωτιά – αυτός που κουράστηκε και θέλει
   μόνο την ακίνητη μάσκα
αυτός που δεν αλλάζει το βήμα το ρυθμό το γέλιο
   τη σιωπή
στη νέα – στη νέα του πόλη.

Γυρίζει. Το επίπεδο έπεσε πάνω στο άλλο.
Ζητάει το εκμαγείο –αγωνίζεται–
σε λίγο θα ανατιναχθεί –
ποιος είναι για νέα σημαία;

Κανείς. Μένω πάλι στο οροπέδιο μόνος
κοιτάζω πάλι την πόλη – τα χτίρια πάλιωσαν
κρατώ τη φωτιά τα κλαδιά τους ανθούς
και κοιτάζω.

IV
Μπήκα με άδεια χέρια στη σκήτη μου.
Τους καρπούς τώρα τους γεύεσαι γη – εγώ δεν
   υπάρχω.
Δεν ακούς πια τη φωνή μου – δεν ακούς
έχεις δικιά σου φωνή – δικά σου τα τείχη.
Φυτεύεις τα δένδρα – το στάρι ανθεί σε πελάγη.
Πάνω στο δικό μου το σώμα χτίζεις τις πόλεις.
Οι πόλεις έχουν δικό τους πια σώμα.
Καμμιά σιωπή – λάμψη καμμιά.
Περπατάς στους μεγάλους σου δρόμους
ζεύεις τους ποταμούς – τα βουνά
τρέχεις στα δάση
ανασταίνεις τους ήχους τους αυλούς τα νερά
   σε τραγούδια.

Τη νύχτα βγαίνω – κοιτάζω μακριά στο γιαλό
κοιτάζω βαθιά μες στα δάση
ανάβω μια μικρή φλόγα στη γη – ακούω τους ήχους
αυτούς που δεν θ’ ακούσει πια κανείς – ακούω
   και τρέμω.
Ματώνω τα χέρια στους λόγγους – ματώνω τα γόνατα
–Το ρήγμα ψάχνω να βρω σ’ αυτό το μπετόν–
το ρήγμα. – Στο σκουλήκι της γης την φλόγα
   υψώνω.

Τρέχω μέσα στη νύχτα
τρέχω με τ’ άλογό μου
βάζω πασσάλους πάνω στα όρη – σημαδεύω
   τους δρόμους
ακούω ούρλιασμα λύκων –ακούω φωνές–
ακούω βουή καταρράχτες
βιάζομαι
βιάζομαι
Πριν αλέκτωρ λαλήση
η νύχτα είναι μικρή – μεγαλώνει
ο άνεμος ετοιμάζει την έφοδο – οι φωνές
«κοίτα» – «τώρα» – «το άλλο βράδυ» –
   πρέπει πάλι να σας μιλήσω.

Μη με κοιτάτε παράξενα.
Κανένας δεν με γνωρίζει;

V
Δεν ήρθαν να ξαφνιάσω τις μέρες σας –
   δεν κρατώ τη ρομφαία.
Κυκλοφορούσα αιώνες μέσα στο πλήθος σας
μαζεύοντας σκόρπιους σπόρους.

Δεν ήρθα να σταματήσω τους ποταμούς τα νερά
τους καρπούς – δεν ήρθα.
Κυκλοφορούσα μέσα στους ήχους σας –
   τόσους αιώνες.
Ανέμιζα μαύρα λάβαρα στις αρτηρίες των δρόμων
με την καρδιά μου καρφωμένη στο φοβερό πάσσαλο
   σας καλούσα –
Δεν ήρθα να καταργήσω τον νόμο.

Ανεβαίνω εδώ σ’ αυτή την αγχόνη –
   αυτή στη στιγμή
σας δίνω το σχήμα σας – σας καλώ.
Δεν ήρθα σαν ξένος – δεν ήρθα.

Είμαι ο άνεμος η βροχή τα έρημα δάση
είμαι ο καταρράχτης το νερό το πουλί
αυτή η πόλη και η άλλη –
είμαι ο δρόμος η αυγή το τελευταίο λιμάνι
η καρδιά μου
το πρόσωπό μου και το δικό σας
είμαι εδώ και αλλού και παντού
μέσα στ’ αγέρι – μέσα στις παλιές ημερομηνίες
μέσα στα πλοία – στους ήχους – στους αγρούς
στα εργοστάσια είμαι – στις σκοτεινές αίθουσες
στ’ άδεια δωμάτια – στους εραστές – στα ερείπια
στις καμπάνες
μόνος μόνος μόνος
απ’ την αρχή μέχρι το τέλος του κόσμου.

Και τώρα εδώ πάνω σ’ αυτό το οροπέδιο σας καλώ
τώρα που θα βυθίσω το μαχαίρι στο στήθος
να σας δώσω το αίμα μου –
άνθη τεράστιες πόρτες ουρανοί τρέμουν κυλάνε
μπροστά στα πόδια σας στα όνειρά σας στο ψωμί
κρότοι καταστροφή και νέα αυγή κατεβαίνει.

Ο άνεμός μου κάθε νύχτα με παγώνει.

VI
Περιφέρουν οι λαοί στη ρίζα μου την καρδιά μου.
Οι δρόμοι ανοίγουν πληγές κρότους ποτάμια
ανάβουν φωτιές στα σπίτια – στα στρατόπεδα
   ανάβουνε φώτα.

Οι λύκοι ουρλιάζουν εκείνες τις νύχτες.
Ανεβαίνουν τους βράχους –βγάζουν αφρούς–
μπήγουν τα νύχια στα μάτια –
κανείς δεν τους βλέπει – κανείς. Η σιωπή
   παγώνει στα δένδρα.

Αφίνω τότε την έρημο –αφίνω τα άνθη– αφίνω
αφίνω τους αγρούς τη γιορτή τις καμπάνες
αφίνω τη νύχτα μου – το βαθύ μου ποτάμι
ο σκοτεινός ωκεανός δεν κρατάει το κορμί μου
τύμπανα παίζω στα δάση
τύμπανα στα κρυφά μονοπάτια
κατεβαίνω σκάλες γυρτές πλάγιες κατεβαίνω
κάτω βαθιά στη ρίζα μου
κάτω βαθιά στην καρδιά μου –
νάμε Ιησού Κρίσνα Μωυσή
εγώ ο ταπεινός δούλος σας ανάμεσα στο λαό μου
υψώνω το λάβαρο – το δρόμο υψώνω
υψώνω τα εργοστάσια τα δένδρα τις καρδιές
μοιράζω σημαίες φλόγες ωκεανούς
κατεβαίνω από τα όρη – τους βράχους
ανεβαίνω από το σκοτεινό βάθος της θάλασσας
έτσι φωτεινός ωραίος αγνός – σαν αέρας

Τώρα ο θόρυβος συνέχει τους κορμούς.
Οι εικόνες παίρνουνε σχήμα και χρώμα –
πίδακες στις φλέβες της γης για καρποί
ταράζουν τα νερά πουλιά στους βράχους.

Εγώ πήρα πια το ραβδί – σας αφίνω.
Χαϊδεύω τη χλόη στους δρόμους – ακούω τα πουλιά
   τη σιωπή
χαϊδεύω τα άνθη τούς αγρούς τη βροχή
βλέπω το πρόσωπό μου στο δικό σας ποτάμι.

Η σκηνή με περιμένει.

VII
Τα οράματά μου γυάλινοι θόλοι υγροί –
σφαίρες διάφανες γαλάζιες
τα οράματά μου λαοί –σιδερένιες λαβές–
   σκοτεινή άβυσσος
πλήθος εικόνες μάχονται – βγαίνουν στην επιφάνεια
με στηρίζουν με μαύρους πασσάλους
τα τείχη συντρίβονται στο πρόσωπό μου
τα σχήματα αλλάζουν –πώς να κρατηθώ; -
νάμε βαθιά στο βράχο σαν πληγή
μάχομαι μάχομαι αυτό το Μέγα.

Το στερεό διαλύεται – τα γαμψά σχήματα πείθουν
το στερεό φεύγει τετράγωνο λυώνει
κ’ εγώ μ’ όλο το βάρος αδιάφορος προχωρώ
στη νέα στη νέα εποχή μου –
προχωρώ πάνω στο βράχο στο σκοτεινό οροπέδιο
προχωρώ σαν άνεμος κραυγή –
Γίνηκα σπόρος.
Άνεμος νερό φωτιά μέσα στο φύτρο πιο μικρό
δύναμη δύναμη βαθιά τα μόρια του κόσμου
υψώνει τους πίδακες – κροτούν οι ανεμώνες
κροτούν οι φλέβες – οι υπόγειοι ποταμοί
ανάβουν πολυέλαιοι στην έρημο
τα ζώα κροτούν πάνω στο τύμπανό μου
επιστρατεύονται κεραυνοί λάμψεις ζωή
ανεμίζουν τα άστρα – τρέμουν οι ουρανοί
γυρίζουν οι σφαίρες – γυρίζουν
κι εγώ πάντα στο οροπέδιο
κοιτάζω κοιτάζω κοιτάζω
βγάζω τον αυλό τις χορδές τις κιθάρες
και τραγουδάω.

Μελοποίηση Παύλος Σιδηρόπουλος



Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

3/3/14:

Θα έρθω μια μέρα απροειδοποίητα
Να δώσω στους ανθρώπους μια πλήρη εικόνα
Ζωγραφιά από της φαντασίας την τρέλα
Και με της πραγματικότητας τη λογική

Θα φύγω μια μέρα τον εαυτό μου να βρω
Να ανακαλύψω του κόσμου την ουσία
Αφήνω πίσω όσα είδα και μίσησα
Δεν ντρέπομαι για όσες έχω αναμνήσεις

Eπιστρέφω ως οργισμένη συνείδηση
Σαν η πιο τίμια λάμψη μιας φρόνιμης τρέλας
Για να τους κάψω τα βλέφαρα στα μάτια τους
βίαια να σπάσω τα τύμπανα στα αυτιά

Με αποκαλείς σοφό εσύ εγωιστή
Φαντασμένο που θέλει τους άλλους να σώσει
Δεν είμαι δημιουργός, μα καταστροφέας

Τι πιο ανθρώπινο και τίμιο απ' τη στάχτη

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2014

22/1/14:

Εσείς πως χρησιμοποιείτε το χρόνο σας;

Για να γαμηθείτε σε one night stand
επειδή χρειάζεται προσπάθεια ο έρωτας
Για να κοροϊδέψετε τον διπλανό σας
επειδή δεν σας μοιάζει
Για να δουλέψετε σε δουλειές
από ανάγκη και μόνο
Για να ταξιδέψετε όπου θελήσετε
ώστε να παρακάμψετε απλώς
τα προβλήματά σας
Για να αναπτύξετε μεθόδους επιβίωσης
διότι σας είναι δύσκολο να ζήσετε
Για να αποκτήσετε αντικείμενα
τα οποία δεν έχουν την ανάγκη
της φροντίδας σας
Για να πάτε σε μια συγκέντρωση
βιομηχανοποιημένης μουσικής
Για να κάνετε τα ψώνια σας
τα οποία σας κάνουν ευτυχισμένους
Για να συζητήσετε το μέλλον σας
μπροστά σε κεφάλια που κουνιούνται αδιάφορα
Για να δημιουργήσετε κάτι το οποίο
επιθυμείτε να κρίνουν σύμφωνα με τις ελπίδες σας
Για να διαβάσετε κάτι που είναι αντίθετο
με τις πεποιθήσεις σας
Για να μεγαλώσετε ένα παιδί
επειδή δεν έχετε καμία άλλη ελπίδα
να ξεφύγετε από τη μιζέρια σας
Για να μαλώσετε για τις ομάδες σας
όπου υπάρχουν παίχτες που κερδίζουν
όσα ποτέ σας δεν θα αποκτήσετε!
Για να περπατήσετε ανάμεσα
σε δέντρα και σκουπίδια
Για να ξεπεράσετε αυτό που γίνατε
ώστε να γλιτώσετε έναν ανούσιο θάνατο
Για να κάνετε φίλους οι οποίοι
δεν σας έδωσαν καμία σημασία
Για να ανοίξετε την καρδιά σας
πέρα από τα μοναχικά βράδια
τα οποία πουθενά δεν ομολογείτε
Για να πετάξετε στα σκουπίδια
τα διπλώματα που κερδίσατε με κόπους
Για να αποτραβηχτείτε από τα κοινά
και να αποκτήσετε εαυτό
Για να βγείτε ένα Σαββατόβραδο
και να διασκεδάσετε με την κατάντια σας
Για να μισήσετε και να εκδικηθείτε
τους καταπιεστές σας
Επειδή σας είναι ευκολότερο
από το να αποκτήσετε αξιοπρέπεια
Για να πείσετε τον εαυτό σας
πως δεν είναι αυτό που φαίνεται
Για να μιλήσετε ειλικρινά
με κάποιον που εμπιστεύεστε
Για να δικαιολογήσετε
έναν κύκλο ζωής
Για να σκεφτείτε χωρίς φόβο
τη στιγμή του θανάτου σας
Για να ολοκληρωθείτε ως ανθρώπινα όντα
και να αποτάξετε από πάνω σας το ζώο
Για να παθιαστείτε με την ανακάλυψη
των ξεχωριστών ικανοτήτων σας
Για να χαρίσετε σε κάποιον που έχει ανάγκη
τη χαρά της αλληλεγγύης σας

Μονάχα όταν ξοδέψετε τον χρόνο σας
θα καταφέρετε να κατανοήσετε
πώς τελικά τον είχατε σπαταλήσει!

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

13/9/13:

Μάθαμε μόνο να εκτιμούμε
Ότι τα βράδια επιθυμούμε
Και πάντα μας είναι αρεστό

Όρια η αγάπη για εμάς έχει
Και νομίζουμε πως βρέχει
Μόνο άπ' το δικό μας ουρανό

Τα χέρια μας δεν μαθαίνουν
Να αγγίζουν και πεθαίνουν
Σαν σπουργίτια μες το κρύο

Στοιβαχτήκαμε στις πόλεις
Θέλουμε να ξεφύγουμε μόλις
Βρούμε ασφαλές καταφύγιο

Μόνοι στην απέραντη σιωπή
Ασχολούμαστε με ότι είναι ζωή
Δεν φοβόμαστε την ειλικρίνεια

Οι πάντες μας λένε εγωιστές
Ζούμε για γυναίκες ευωδιαστές
Και όχι για μια αθεράπευτη ανία

Όλοι οι φίλοι και οι εχθροί μας
Απορούν για τη στάση ζωής μας
Ξέρουμε πότε ο Ήλιος θε να δύση

Ζητούμε πράματα φανταστικά
Θέλουν να μας λεν περαστικά
Μια τρέλα τη ζωή έχει πια ορίσει

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

15/10/13

Έ ουρανέ, εσύ που την ψυχή μου κοιτάς
Δεν με ξέρεις και δεν θες να μου μιλάς
Είμαι παντού, σαν παιδί μικρό χαμένο
Που κοιτάζει τους αγνώστους φοβισμένο

Έ ουρανέ, με τα άπειρα σου τα αστέρια
κρατάς χρώματα στα λευκά σου χέρια
Ζωγράφισε τα πρόσωπα στα πλήθη
Να μη χαθεί η φαντασία τους στη λήθη

Δεν αξίζω άλλο να ζω, χωρίς τα δικά σου ύψη
Θέλω να ζήσω τη μέρα χωρίς να μου λείψει
Το απέραντο γαλάζιο, το φώς του φεγγαριού
Για να κλείσω στη μνήμη τη γλύκα του φιλιού

Έ ουρανέ, με τον λαμπρό Ήλιο το ζωοδότη
Είναι η πυξίδα κάθε μοναχικού ταξιδιώτη
Θυμίζεις πως τη ζωή, η ελευθερία την ορίζει
Πρέπει ο άνθρωπος την αγάπη να κερδίζει

Έ ουρανέ, στο μαύρο του απείρου σου
Θε’ να χαθώ, κάνε τη χάρη του φίλου σου
Πάντα το πίστευα πως δεν ζω αιώνια
Κάνε με ανάμνηση στα επόμενα χρόνια

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Παιδική χαρά

Έχουμε πια μεγαλώσει, γίνονται τα χρόνια πιο αισθητά
η ζωή έπαψε να μοιάζει, με ανέμελη παιδική χαρά
Νοιώθουμε πως αυτό το περιορισμένο σώμα δεν μας αρκεί
Οι ψυχές μας πουλιά παγιδευμένα, σε ενήλικο κορμί

Δεν είναι πάντα οι ευθύνες, εκείνες που πρόωρα γερνάνε
αλλά οι τύψεις για το παρόν, που άθελα μας κουβαλάμε
Δεν μας αφήνουν να χαρούμε, όπως θα πρέπει τη ζωή μας
και οδεύουμε κενά ανδρείκελα, προς την καταστροφή μας

Τραμπαλίζομαι μονάχος, χωρίς πια να χρειάζομαι εαυτό
κάποτε πίστευα πως με την κούνια, θα φθάσω τον ουρανό
Είχα μάθει πως όταν ανέβαινα, της τσουλήθρας τα σκαλιά
θα γλιστρούσα προς τα χαλίκια, γεμάτος ειλικρινή χαρά

Σε γρήγορους γύρους, τα γνώριζα αμέσως όλα τα παιδιά
όμως οι φιλίες χάθηκαν, σαν της άνοιξης την ευωδιά
Νόμιζα πως οι γεμάτες ημέρες, θα κρατούσαν για πάντα
άξαφνα τελείωσαν, σαν φθηνή, αποκριάτικη γιρλάντα

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Έλληνας ο διχασμένος

Είσαι κι εσύ απ' την τηλεόραση αποχαυνωμένος
μπροστά από τον υπολογιστή σου ριζωμένος
Και ενοχή καμιά δεν νιώθεις για όσα συμβαίνουν
είσαι ένα θύμα για εκείνα που σε περιμένουν
Κοίταξε γύρω σου, βρες τον άνθρωπό σου
μίλησε επιτέλους, μη σφίγγεις το λαιμό σου
Κάνε προσπάθεια για πρώτη φορά στη ζωή
να βρεις κάτι καλύτερο από την ηλίθια πολιτική
Να ξέρεις πως όσοι σου μίλησαν για ισότητα
μισούν εσκεμμένα την ξυπνητή διαφορετικότητα
Σε θέλουν ράθυμο, υπάκουο και διχασμένο
με τον εαυτό σου, μονίμως τσακωμένο
Οργή να βγάζεις για το τωρινό σου το χάλι
και να μετατρέπεσαι σε ένα άχρηστο ρεμάλι

Γυρίζω τις γειτονιές με τις πυκνές πολυκατοικίες
ρωτώ κάποιους άν τους αρέσουν οι ιστορίες
Θέλουν να ακούσουν για ένα ευτυχισμένο τέλος
και πως ο κόσμος είναι έτσι δημιουργημένος
Κάθε τι που δεν μου αρέσει, το φωνάζω δυνατά
οι ανθρώποι σαν πουλιά με σπασμένα φτερά
Έχουν ξεχάσει από χρόνια το πως να πετούν
μπροστά στον γκρεμό φοβούνται όταν βρεθούν
Έτσι λοιπόν, ανθρωπάκο ξέρω τι σε βολεύει
πιστεύεις ότι τον κόσμο, μόνο το μίσος κυριεύει
Όταν είσαι φτωχός γίνεσαι συνειδητά αντιδραστικός
αναλόγως το βιος, είσαι στο σύστημα χωνευτικός
Κι εγώ στη μέση ψάχνω να βρω τον εαυτό μου
με τη μουσική αντιμετωπίζω το διάβολό μου

Ο Έλληνας ο διχασμένος είναι προσεχώς
σε δύο παρατάξεις εχθρικές διαιρεμένος
Πρέπει να αποφασίσει άν θα είναι ανεκτικός
απο κάθε τύπου φαυλότητα ευνοημένος

Όταν στα φανερά τα λεφτά που κλέβεις τσεπώνεις
ξεχνάς αμέσως τη νιότη, με το κράτος συμφιλιώνεις
Όπως και τις ομάδες που έμαθες να φανατίζεσαι
σε μυριάδες τον όχλο ασυνείδητα επωμίζεσαι
Κοίταξε πίσω σου τα όσα θέλεις να εγκαταλείψεις
στη μοίρα τους το εγώ σου δεν θέλεις να αναμίξεις
Θέλεις τα χέρια σου καθαρά στην κοινωνία να' ναι
και να πιστεύεις εύκολα σε Θεούς που σε ξεγελάνε
Είσαι εγωκεντρικός, δεν πιστεύεις στον άνθρωπο
πως πρέπει επιτέλους να φθάσει τον υπεράνθρωπο
Θαρρείς για ψέμα την κάθε ευγενική φιλοσοφία
και τεμπελιάζεις χωρίς να μαθαίνεις την ιστορία
Τα ίδια λάθη πάλι θα κάνεις ξανά και ξανά
πότε θα γεμίσεις της ανθρωπιάς σου τα κενά

Ποια είναι η αθλιότητα σου ανθρωπάκο θα σου πω
ζώντας σε καιρούς ευνοημένους δεν είχες καιρό
Να ανοιχτείς στο διπλανό σου και να αγαπήσεις
τώρα θες να σου μιλήσει φιλικά για να ηρεμήσεις
Είχες φτιάξει το δικό σου κόσμο που ήδη καταρρέει
έσβησες το όνειρο και η απόγνωση σαν ποτάμι ρέει
Δεν ξέρεις που να απευθυνθείς τις ευθύνες να ρίξεις
το φίδι άφησες ελεύθερο, φοβάσαι να το σταματήσεις
Στης απόγνωσης το χάος που δεν έχει ποτέ λογική
μια δολοφονία στάθηκε η μοναδική σου αφορμή
Για να πάψεις το δηλητήριο του να εμπιστεύεσαι
βοήθεια ζητάς από εκείνους που χρόνια εχθρεύεσαι
Τόσο μικρός είσαι λοιπόν, γιατί έμαθες να τρέμεις
στην εξουσία συνεχίζεις δουλικά να επιμένεις

Ο Έλληνας ο διχασμένος είναι προσεχώς
σε δύο παρατάξεις εχθρικές διαιρεμένος
Πρέπει να αποφασίσει άν θα είναι ανεκτικός
απο κάθε τύπου φαυλότητα ευνοημένος